Ομιλία του Διονύση Καψάλη για την ιστορία και την προσφορά του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης στο Αμφιθέατρο Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας, στις 29 Νοεμβρίου 2018.

ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ,

Τὸ Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους κοινωφελεῖς ὀργανισμοὺς ποὺ δραστηριοποιοῦνται σήμερα στὴν κοινωνία τῶν πολιτῶν. Τὸ ΜΙΕΤ, ὅπως εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὸ ἀκρωνύμιό του, μὲ ἱδρυτή, κηδεμόνα καὶ χορηγὸ τὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὑπηρετεῖ ἀπὸ συστάσεως τὸ δημόσιο συμφέρον σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, κρατώντας ὡς προεξάρχουσα δραστηριότητα τὴν ἐκδοτική. Ὅπως προσδιορίζεται στὸ καταστατικό του, σκοπὸς τοῦ ΜΙΕΤ εἶναι ἡ «προαγωγὴ τῶν γραμμάτων, τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν καλῶν τεχνῶν στὴν Ἑλλάδα». Τὶς προσπάθειες ποὺ κατέβαλε τὸ Ἵδρυμα προκειμένου νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ τιμήσει ἐπαρκῶς τοὺς καταστατικοὺς στόχους του θὰ ἔχετε τὴν εὐκαιρία νὰ τὶς δεῖτε ἐν συνόψει στὴν πληροφοριακὴ ταινία ποὺ θὰ ἀκολουθήσει ἀμέσως μετὰ τὶς ὁμιλίες. Γυρίστηκε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπλήρωσης τῶν πενήντα ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ΜΙΕΤ τὸ 1966, ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος γιόρταζε ἐπισήμως τὰ 125 χρόνια της, καὶ τιτλοφορεῖται «ΜΙΕΤ. Πενήντα χρόνια πολιτισμός». Εὐχαριστῶ θερμὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση τὴ κυρία Κλεώνη Φλέσσα, τὴ σκηνοθέτρια τῆς ταινίας, γιὰ τὶς ἔμπειρες καὶ καλαίσθητες φροντίδες της, τὴ μεριμνά της γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ τὴ διανομὴ τῆς ταινίας καθὼς καὶ γιὰ τὴ φιλικὴ συνεργασία μας, τὴν ὁποία ἐλπίζω νὰ μὴν ἀνέκοψε ἀδίκως ἡ ἄμυαλη παράλειψή μας νὰ ἀναγράψουμε τὸ ὄνομά της στὴν πρόσκληση ποὺ λάβατε.

Μίλησα προηγουμένως γιὰ τὴν κοινωνία τῶν πολιτῶν, ζωντανὸ κύτταρο τῆς ὁποίας πιστεύω ὅτι ἀποτελεῖ τὸ ΜΙΕΤ. Θὰ προσθέσω κάτι ἀκόμη, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξετε ἰδιαίτερα. Τὸ ΜΙΕΤ εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους τόπους πνευματικῆς καὶ διανοητικῆς ἐλευθερίας στὴ χώρα μας. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω ὅτι τὸ ἐπίτευγμα αὐτό, ἡ ἐξασφάλιση μιᾶς λειτουργικῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας, πρέπει νὰ πιστωθεῖ πρωτίστως στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ ΜΙΕΤ ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, συμπεριφέρθηκε καὶ συμπεριφέρεται ἀκόμα ὡς ἐθνικὸς εὐεργέτης. Ἕνα ἀπὸ τὰ σοφότερα ἄρθρα τῆς εὐεργεσίας της εἶναι ὅτι προνόησε ὥστε τὸ Μορφωτικὸ Ἵδρυμα νὰ διοικεῖται ἀπὸ ἐκλεγμένα (ἐννοῶ ὄχι διορισμένα) Συμβούλια τὰ ὁποῖα, χάρη στὸ κύρος ποὺ ἀπολαμβάνουν μέσα στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς χώρας, θὰ μποροῦν νὰ ἐγγυῶνται τοὺς ἑκάστοτε ὅρους πνευματικῆς ἐλευθερίας καί, μὲ ἀρωγὸ τὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα πάντα, νὰ διασφαλίζουν τὴν ἀπρόσκοπτη λειτουργία του. Ἡ λογιοσύνη, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται μιὰ τόσο παλαιϊκὴ λέξη, τοῦ Ἐμμανουὴλ Κάσδαγλη καὶ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τοῦ Ἱδρύματος περιέβαλε τὸ ΜΙΕΤ μὲ μιὰ αὔρα ποὺ ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ δύναμη ἕλξης καλῶν καὶ ἐξαίρετων συνεργατῶν καὶ συνάμα ἀόρατη ἀσπίδα προστασίας. Ὅπως τὸ πάθος καὶ ἡ γενναιοδωρία τοῦ Μάνου Χαριτάτου ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ ἕνα κέλυφος ἀνεπιφύλακτης φιλοξενίας ποὺ μεταρρύθμισε τὴν ἔννοια τοῦ ἀρχείου στὴ χώρα μας. ῞Ενα καλὸ βιβλίο τοῦ ΜΙΕΤ, μιὰ ἔκθεση καλλιτεχνικῆς προσφορᾶς σὰν αὐτὴ ποὺ βρίσκεται ἀναρτημένη τώρα στὸ Μέγαρο Ἐυνάρδου στὴν Ὁμόνοια, ἕνα λογοτεχνικὸ ἢ ἱστορικὸ ἀρχεῖο ποὺ σώθηκε ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία τῶν ἀνθρώπων ἢ τὴ δήωση τοῦ χρόνου καὶ φυλάσσεται στὸ ΕΛΙΑ, αὐτὰ εἶναι ἀνάμεσα σὲ ὅ,τι καλύτερο ἔφτιαξε ἡ κοινωνία μας τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ συγχρόνως, τὸ καθένα μὲ τὸν τρόπο του, ἀποτελοῦν δοκιμὲς ἐλευθερίας.

Ἡ ἰδιότητα, ἢ –γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λέξη λιγότερο κολακευτικὴ γιὰ τὴν ἐθνικὴ φιλαυτία– τὸ προνόμιο, τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι αὐτονόητο καὶ δυστυχῶς, ὅπως γνωρίζετε, δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, ὡστόσο, χωρὶς τὴν οὐσιαστικὴ αὐτονομία μέσων καὶ σκοπῶν, τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀπ᾽ ὅσα θέλουμε νὰ ὑπάρξουν ἢ εὐχόμαστε εὐλαβικὰ νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν. Καὶ ἡ περιοχή, τὸ ἔδαφος –τὸ κοινὸ ἔδαφος, common ground, σύμφωνα μὲ τὴν προσφυὴ διατύπωση τῆς Βιρτζίνιας Γουλφ– στὸ ὁποῖο καλλιεργεῖται αὐτὴ ἡ ἐλευθερία εἶναι ὅ,τι παλαιότερα, καὶ ἐλπίζω ἀκόμα, ὀνομάζαμε ἀνθρωπιστικὲς σπουδές: καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως μόνο τὸ πανεπιστήμιο, τὴν τριτοβάθμια ἐκπαίδευση, ἀλλὰ τὴν παιδεία ὡς γενικότερη ζωτικὴ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν ὁποία ἡ δημοκρατικὴ κοινωνία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργεῖ, νὰ διαπραγματεύεται καὶ νὰ ἀναπλάθει τὶς ἀξίες της.

Αποτυπώματα χεριών, c. 7300 π. Χ.
Cueva de las Manos, Αργεντινή.

Σὲ τί χρησιμεύουν τὰ γράμματα καὶ οἱ τέχνες σὲ καιροὺς ἔνδειας; Μ᾽ αὐτὴ τὴν ἀναδιατύπωση τοῦ ἐρωτήματος τοῦ Χαίλντερλιν κατὰ νοῦ σᾶς καλέσαμε ἐδῶ ἀπόψε. Μιὰ δημοκρατικὴ κοινωνία ποὺ συγχέει, μὲ ταχύτητα διαδικτύου, τὶς προτεραιότητές της δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἔχει ἀναγορεύσει σὲ περιττὴ πολυτέλεια τὴν ἀνάγνωση, τὴν ἀπόλαυση τῶν τεχνῶν, τὴ μελέτη, τὴ συγκέντρωση, τὴ σκέψη, τὸν ἀργὸ χρόνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ὑπόθεση τῆς ἱστορικῆς αὐτογνωσίας. Σὲ κάθε περίπτωση, ὡστόσο, μιὰ οἰκονομικὴ κρίση σὰν αὐτὴ ποὺ μᾶς ταλανίζει κοντὰ μιὰ δεκαετία τώρα ὑπαγορεύει μιὰν ἄλλη ἀνάγκη, ἐξίσου ἐπιτακτικὴ μὲ τὴν ἀνάγκη τῆς οἰκονομικῆς ἀνάνηψης: τὴν ἀνάγκη νὰ διαμορφώσουμε κριτήρια καὶ ἀξιακὲς κατευθύνσεις ποὺ θὰ ὑποστηρίξουν ἠθικὰ τὴν ἐπιβίωσή μας. Σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς συντελοῦν, αὐτὸ ἐντέλει συνιστοῦν τὰ γράμματα, οἱ ἐπιστῆμες καὶ οἱ τέχνες, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ θεσμοὶ ποὺ δροῦν μέσα στὴν κοινωνία τῶν πολιτῶν γιὰ νὰ στηρίζουν τὰ γράμματα, τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς τέχνες: τὸ ζωτικὸ περιθώριο τῆς κοινωνίας, τὴν ἀνάσα της˙ ἐκεῖ μποροῦν πραγματικὰ νὰ ἀναπνεύσουν ἡ φαντασία καὶ ἡ ἐλευθερία, χωρὶς τὶς ὁποῖες ὅλη ἡ κοινωνία μαραζώνει, ἀσφυκτιᾶ καὶ ὁδηγεῖται τάχιστα στὸν πνευματικὸ ἀπορφανισμό. Ὅπως ἀκριβῶς ἀρρωσταίνουν οἱ ἄνθρωποι ὅταν ζοῦν ἐμποδισμένοι, ἔτσι ἀρρωσταίνουν καὶ οἱ κοινωνίες ὅταν ἐμποδίζονται. Καὶ ἡ δική μας κοινωνία εἶναι ἤδη μιὰ ἐμποδισμένη κοινωνία, μιὰ κοινωνία στὴν ὁποία οἱ ἐκφραστικοί της πόροι, τὰ περάσματά της ἀπὸ τὸ βασίλειο τῆς ἀνάγκης στὸ βασίλειο τῆς ἐλευθερίας, ἀποφράσσονται μὲ ἐφιαλτικὸ ρυθμό.

Σὲ μιὰ σχετικὰ πρόσφατη μελέτη της, ποὺ τιτλοφορεῖται Not For Profit: Why Democracy Needs the Humanities, Ὄχι γιὰ τὸ κέρδος: Γιατὶ ἡ Δημοκρατία χρειάζεται τὶς ἀνθρωπιστικὲς σπουδές, ἡ Ἀμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νούσμπαουμ ἔγραφε τὰ ἑξῆς – περιττὸ ἴσως νὰ πῶ ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί της:

Ριζικὲς ἀλλαγὲς συμβαίνουν σὲ ὅ,τι διδάσκουν στοὺς νέους οἱ δημοκρατικὲς κοινωνίες, καὶ οἱ ἀλλαγὲς αὐτὲς δὲν ἔχουν γίνει ἀντικείμενο συστηματικῆς σκέψης. Διψώντας γιὰ ἐθνικὰ κέρδη, τὰ κράτη καὶ τὰ ἐκπαιδευτικά τους συστήματα ἀπερίσκεπτα ἐγκαταλείπουν δεξιότητες ἀπαραίτητες προκειμένου νὰ παραμείνουν ζωντανὲς οἱ δημοκρατίες. Ἐὰν αὐτὴ ἡ τάση συνεχιστεῖ, τὰ ἔθνη στὸν κόσμο σύντομα θὰ παράγουν γενεὲς ἀπὸ χρήσιμες μηχανὲς ἀντὶ γιὰ ὁλοκληρωμένους πολίτες ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ σκέφτονται ἀπὸ μόνοι τους, νὰ κρίνουν τὴν παράδοση καὶ νὰ καταλαβαίνουν τί σημαίνουν τὰ πάθη καὶ τὰ ἐπιτεύγματα ἑνὸς ἄλλου. Διακυβεύεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέλλον τῶν δημοκρατιῶν τοῦ κόσμου.[1]

Σήμερα, μόλις ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὰ ὅσα ἔγραφε ἡ Νούσμπαουμ, τὰ πράγματα εἶναι ἤδη πολὺ χειρότερα. Ὄχι μόνο γιατὶ οἱ ἀνθρωπιστικὲς σπουδὲς συνεχίζουν νὰ ὑποχωροῦν καὶ νὰ συρρικνώνονται παντοῦ, μπροστὰ στὴ προελαύνουσα λαίλαπα τοῦ σχετικισμοῦ καὶ τοῦ κυνισμοῦ.  Ἀλλὰ περισσότερο γιατὶ ἡ πλευρὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπνεαν εὐαγγελισμοὶ ἐκδημοκρατισμῶν καὶ ἀπρόσκοπτης ἐπικοινωνίας, ἡ πλευρὰ ποὺ ὀνομάζουμε ψηφιακὴ πληροφορία, ἀποδεικνύεται, ὅλο καὶ πιὸ ἀνησυχητικά, περισσότερο κατάλληλη νὰ ὑπονομεύσει παρὰ νὰ στηρίξει τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς. Οἱ μελετητὲς μιλοῦν ἐδῶ καὶ καιρὸ γιὰ τὴν «οἰκονομία τῆς προσοχῆς», δηλαδὴ γιὰ τὴ στενὴ συνάφεια τοῦ χρήματος μὲ τὴν προσοχή, ἡ ὁποία ἀναδεικνύεται σὲ ἐμπορεύσιμη ἀξία τεραστίων συμφερόντων. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ προσοχή μας διασπᾶται καὶ διασπαθίζεται ὅλο καὶ ἀφελέστερα πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, ἀπὸ τὴν ἄλλη, διαψεύδοντας κάθε εὐσεβὴ προσδοκία ἀποκέντρωσης καὶ ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς οἰκονομίας, μεγάλα διαδικτυακὰ μονοπώλια συγκεντρώνουν ἐπάνω τους ὅλο καὶ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῆς καταρρακωμένης προσοχῆς μας, ἡ ὁποία, ὅλο καὶ βαναυσότερα, παραδίδεται βορὰ στὴ βαριὰ βιομηχανία τοῦ κυβερνοχώρου (τὸ 2016 τὸ Google καὶ τὸ Facebook εἶχαν τὸ 73% ὅλης τῆς ψηφιακῆς διαφήμισης). «Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις / χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε», ἔγραφε ὁ Καρυωτάκης, μολονότι οὔτε αὐτός, ὁ μεγάλος ἀπαισιόδοξος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει προβλέψει τὸ χειρότερο ὅλων: πουθενά, σὲ κανένα ἐπίπεδο αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνιολατρείας, δὲν συγκροτεῖται κοινωνικὸ σῶμα μὲ κοινὴ ἀναφορὰ σ᾽ ἕνα κοινὸ πεδίο γεγονότων, παραδοχῶν, δεδομένων. Ἀντίθετα, ἡ κοινωνία διασπᾶται σὲ ἐπιμέρους ἀσύμβατα μεταξύ τους θραύσματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα συγκροτεῖται αὐτοτελῶς γύρω ἀπὸ ἕναν ἀρραγὴ πυρήνα προκαταλήψεων, παραπληροφόρησης καὶ κατασκευασμένων γεγονότων ποὺ δὲν ἐπιδέχονται κανένα ἔλεγχο, καμιὰ ἔλλογη ἢ πραγματολογικὴ διάψευση. Μιὰ κοινωνία χωρὶς κοινῶς ἀποδεκτὰ δεδομένα, διαιρεμένη σε ἐφιαλτικὲς κοινότητες μισαλλοδοξίας καὶ βουλιμικῆς ἰδιοτέλειας: tweet καὶ troll καὶ fake news, ἕνα καινούριο Newspeak ποὺ ἐπιβάλλει ὄχι τὴν καταστολὴ τῆς ἀλήθειας, ὅπως στὸν Ὄργουελ, ἀλλὰ ἕνα εἶδος ναρκωτικῆς ἀδιαφορίας γιὰ τὴν ἀλήθεια. Κορυφαῖο ὄργανο αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἀποσύνθεσης εἶναι βεβαίως τὸ φέισμπουκ, τὸ ὁποῖο φαίνεται πλέον ὅτι ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη καὶ τὴν πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἐκστρατεία ἀδιακρισίας στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας.

 

Erik Ruin, “Dark Times”
Εκτύπωση σε linoleum, 33Χ33 εκ.

Κυριες καὶ κύριοι:

Στὰ εἴκοσι χρόνια ποὺ ἔχω τὴ χαρὰ καὶ τὴν τιμὴ νὰ διευθύνω τὸ Μορφωτικὸ Ἵδρυμα δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς ποὺ χρειάστηκε νὰ προσφύγω νοερὰ στὸν νεαρὸ ἀναγνώστη ὁ ὁποῖος, πίσω στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Μεταπολίτευσης, ἔσπευδε νὰ ἀγοράσει κάθε καινούριο τίτλο ποὺ ἐμφανιζόταν στοὺς πάγκους τῶν βιβλιοπωλείων μὲ τὴν ἐπωνυμία τοῦ ΜΙΕΤ. Καὶ διαπιστώνω, πρὸς μεγάλη μου χαρὰ καὶ ἀνακούφιση, ὅτι δὲν μοῦ εἶναι τόσο δύσκολο νὰ τὸν ξαναβρῶ τὸν νεαρὸ ἐκεῖνο ἀναγνώστη ὅποτε τὸν χρειαστῶ καὶ ἀνατρέξω σ᾽ αὐτόν. Ἡ λαχτάρα του καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ὁποία διάβαζε μιλοῦν ἀκόμα γιὰ τὸ παλαιὸ ἐκεῖνο παιδευτικὸ ἰδανικὸ ποὺ ἀνέδειξε ὁ Διαφωτισμὸς καὶ τὸ ὁποῖο συνοψίζεται στὴν ἁπλὴ λέξη αὐτομόρφωση. Θέλω νὰ πιστεύω –καὶ νομίζω πὼς δὲν γελιέμαι σ᾽ αὐτὸ– ὅτι ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν εἶχε γίνει ἀκόμα, στὴν ἐπίσημη γλώσσα, οὔτε καταναλωτὴς οὔτε (Θεὸς φυλάξοι!) χρήστης, εἶναι ἀκόμη ζωντανὸς στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς καὶ ὅτι συνιστᾶ ἀκόμα ὑπολογίσιμο κοινωνικὸ μέγεθος. Σ᾽ αὐτὸν συνεχίζουμε νὰ ἀπευθυνόμαστε καὶ τὴ δική του ἐμπιστοσύνη θέλουμε νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ τιμοῦμε, μὲ ὅλους τοὺς τρόπους ποὺ μάθαμε ἢ ἑκόντες ἄκοντες υἱοθετήσαμε ἔκτοτε ἀλλὰ πρωτίστως μὲ τὸν παλιὸ καλὸ τρόπο: δηλαδὴ μὲ ἀξιόπιστες, ἀξιανάγνωστες καὶ καλαίσθητες ἐκδόσεις, ποὺ σκοπὸ ἔχουν νὰ καταπολεμοῦν τὴν ἄγνοια, τὴ δεισιδαιμονία καὶ τὴ μισαλλοδοξία – κοντολογίς, τὸν σκοταδισμό˙ μὲ γνώση, εὐαισθησία καὶ παιδεία στοιχειωδῶς ἀντάξιες τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας ἐπάνω στὸν πλανήτη. Δὲν παραβλέπουμε ὡστόσο τὸ ἐνδεχόμενο ὅτι σὲ κάποιες περιπτώσεις καὶ σὲ καιροὺς ἀνάσβολους οἱ δημόσιες ἐμφανίσεις τοῦ νεαροῦ ἐκείνου ἀναγνώστη ἀραιώνουν ἀπελπιστικά, ὥστε νὰ ἀπαιτοῦνται ἀπὸ μέρους μας προσπάθειες ἀνανήψεως τόσο ἐντατικὲς ποὺ εἶναι σὰν νὰ τὸν ἀναπλάθουμε ἢ νὰ τὸν ἐπινοοῦμε ἐξυπαρχῆς. Δὲν πειράζει. Δὲν εἴμαστε ἄλλωστε οἱ μόνοι. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, ἀρκετοὶ τώρα πιά, ὀργανισμοὶ καὶ μουσεῖα καὶ ἱδρύματα καὶ ἐκδότες, ποὺ ἀναμετρῶνται καθημερινὰ μὲ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα τέρατα τῆς οἰκονομικῆς κρίσης – καὶ ὄχι γιὰ τὸ κέρδος, κάθε ἄλλο παρὰ γιὰ τὸ κέρδος.

Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅμως καὶ τὴ νηφάλια σοφία τοῦ Σεφέρη, ὁσοδήποτε ἀπαισιόδοξη. Μᾶς ὑπενθυμίζει μὲν τὴ θλιβερὴ παντοδυναμία τοῦ κέρδους, ἀλλὰ ἀπαντᾶ κιόλας, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, στὸ ἐρώτημα: σὲ τί χρειάζονται οἱ τέχνες καὶ τὰ γράμματα σὲ καιροὺς ἔνδειας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: χρειάζονται γιὰ τὴν ἠθική μας ἐπιβίωση.

ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο·
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος,
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἁπλώνουν·
σὰν ἔρθει ὁ θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾽ ἄλλο χωράφι.

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ κλείσω μὲ δύο ἀξιωματικὲς προτάσεις: ἀξιωματικές ὄχι μόνο γιατὶ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει περισσότερη ἀνάλυση, ἀλλὰ γιατὶ στὴν πραγματικότητα διατυπώνουν μιὰ ἁπλούστατη ἔκκληση. Κάθε ἐπένδυση στὶς ἀνθρωπιστικὲς σπουδές, στὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα εἶναι ἐπένδυση στὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ ἐξασφαλισμένο εἶναι. Ἂν ἔρθει αὐτὸς ὁ θέρος, ὁ θέρος γιὰ ὅλους, ἄλλο χωράφι δὲν θὰ ὑπάρχει πιά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅποιος ἄνθρωπος ἢ ὅποιο σύνολο ἀνθρώπων, ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τὸ κέρδος, καταβροχθίζει καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέλλον – ἕνα κομμάτι σίγουρα μεγαλύτερο ἀπ᾽ ὅ,τι τοῦ ἀναλογεῖ. Αὐτὴ ἡ ἀπληστία θὰ εἶναι ἀναμφίβολα θανατηφόρα.

 

[1] Martha C. Nussbaum, Not For Profit: Why Democracy Needs the Humanities, Princeton and Oxford, Princeton University Press, 2010, σ. 2.

* * *

Εικόνα εξωφύλλου: Mørketid 09 (Dark Times 09), γλυπτό του Robert Johansson.