Ξένοι επισκέπτες και περιηγητές περιγράφουν τον καιρό στην Αθήνα

—της Μαρίας Αρβανιτάκη—

Και σε όλον τον κόσμο
οι ξένοι
μιλούν αποκλειστικά για τον καιρό
—Μαριάν Φέιθφουλ—

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ή μάλλον κατά τη διάρκεια της εποχής που μοιάζει με φωτεινό αγγλικό καλοκαίρι και την ονομάζουν χειμώνα, η Αθήνα γίνεται το καταφύγιο όλων. Φαντάζει σχεδόν αδύνατον, τώρα που όλα έχουν περάσει, να ξεχωρίσω τα λαμπρά καλοκαίρια από τους απαλούς και ήπιους χειμώνες μες στη φωτεινή διαδοχή των εποχών που έκανε τη ζωή μας στην Ελλάδα να μοιάζει με αδιάκοπο όμορφο όνειρο.

Κάπως έτσι περιγράφει η Φελίσια Σκην, που έζησε με την οικογένειά της στην Αθήνα από το 1838 ως το 1845 τη γενική της εντύπωση για τον καιρό και το κλίμα της Αθήνας και της Αττικής. Γράφει ακόμα: Δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη ποικιλία στην τακτική ρουτίνα της ζωής σ’ αυτήν τη μισοανατολίτικη χώρα, διότι το ίδιο το κλίμα επιβάλλει νόμους απαραβίαστους. Δύο αιώνες νωρίτερα, το 1667, ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει ότι η Αθήνα έχει το ίδιο περίπου κλίμα με το Χαλέπι, ενώ κάνει λόγο για τους ψυχρούς ανέμους των ακτών της Αττικής.

Mary Nisbet, Countess of Elgin

Η Μαίρη Νίσμπετ (σύζυγος του Έλγιν) επισκέφτηκε την Ανατολή και την Ελλάδα το διάστημα από το 1799 ως το 1805. Τον Μάιο του 1802 φτάνει νύχτα στην Αθήνα: Φτάσαμε στην Αθήνα κατά τις οχτώ με εννιά, είχε σκοτεινιάσει τελείως, κι εκτός από αυτό, έπεφτε πυκνή πάχνη και ανησύχησα για τον Έλγιν. Όσο για τα παιδιά, τα τυλίξαμε πολύ καλά και έφτασαν στον προορισμό μας όσο πιο φρέσκα και ζωηρά γινόταν, δεν τα έχω ξαναδεί πιο καλά απ’ ό,τι εδώ. Αρχές του Μάη παραπονιέται για την αφόρητη ζέστη, στις 12 του ίδιου μήνα γίνεται μούσκεμα από μια βαριά μπόρα και την επομένη αναφέρει: Ήταν μια θλιβερή ζεστή μέρα….

Το καλοκαίρι του 1806 βρίσκεται στην Αθήνα ο Σατωμπριάν: Ο κύριος Φωβέλ βιαζόταν τώρα να μου δείξει την Αθήνα, όσο βιαζόμουν κι εγώ να τη δω. Με συμβούλεψε όμως να περιμένουμε ωσότου πέσει η μεγάλη ζέστη της ημέρας. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, αφού έπεσε η μεγάλη ζέστη, βγήκαμε.

Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου επισκέπτεται την Αθήνα η Λαίδη Έστερ Στάνχοουπ (αδελφή του Ουίλλιαμ Πιτ, πρωθυπουργού της Αγγλίας), και γράφει στο ημερολόγιό της: Είχα τώρα έξι μήνες να δω μια σταγόνα βροχή, και τολμώ να πω έστω κι ένα σύννεφο. Πράγματι η ηρεμία και η ξηρότητα του καιρού ήταν τέτοιες που, όπως μας είπαν, οι χριστιανοί στην Αθήνα είχαν αναπέμψει δεήσεις για βροχή. Η ίδια το 1810 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Συρία, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η σελίδα τίτλου του πρώτου τόμου του Ημερολογίου της Mary Georgiana Emma Dawson Damer

Η Μαίρη Τζωρτζιάνα Έμμα Ντώσον-Ντέιμερ, την Τρίτη 22 Οκτωβρίου 1825, αποφασίζει με τη συντροφιά της να πραγματοποιήσει μια μεσονύκτια επίσκεψη στον Παρθενώνα: Κατά τη διάρκεια αυτής της εξόρμησης, μας έκανε μεγάλη εντύπωση η ξαφνική εμφάνιση ενός φωτεινού ρόδινου χρώματος σ’ ένα χλωμό γκρίζο σύννεφο… Μόνο οι φύλακες έδειχναν να γνωρίζουν το μυστικό και ομόφωνα αποφάσισαν ότι προμήνυε αλλαγή του καιρού, αν και δυστυχώς δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ως προς τη φύση της. Ο ένας έλεγε πως προμηνύεται μεγάλη ζέστη, ο άλλος εξαιρετικό κρύο και ο τρίτος ήταν εξίσου πεπεισμένος πως δεν μπορούσε τίποτε άλλο να προμηνύεται παρά βροχή. Την επομένη μας είπαν πως επρόκειτο μάλλον για την αντανάκλαση ενός μετεωρίτη…. Στην πραγματικότητα η αντανάκλαση αυτή οφειλόταν στο Βόρειο Σέλας, όπως επιβεβαιώθηκε από σχετικές αναφορές που βρέθηκαν σε όλες τις εφημερίδες της εποχής.

Το 1839 η Φράνσις Βέιν ακολούθησε τον σύζυγό της στα ταξίδια του και σε μια γενική καταγραφή των εντυπώσεών της για την Αθήνα γράφει: Το καλοκαίρι τα πάντα γεμίζουν σκόνη και δεν βρίσκεις πουθενά σκιά, ενώ ο πυρετός και η ελονοσία παραμονεύουν, τον δε χειμώνα κάνει κρύο. Αξίζει να αναφέρουμε πώς πέρασε με την οικογένειά της την Πρωτοχρονιά του 1839: Την 1η Ιανουαρίου ο καιρός ήταν αίθριος, το πρωινό πλημμυρισμένο από φως, και ξεκινήσαμε το νέο έτος ανεβαίνοντας στην πολυθρύλητη Ακρόπολη.

Η Ελίζαμπεθ Μαίρη Γκρόβενορ και ο σύζυγός της επισκέφτηκαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια μιας κρουαζιέρας με γιοτ στη Μεσόγειο. Αναφέρει στο ημερολόγιό της στις 12 Ιουλίου του 1840: Μια απαλότατη αύρα μας έπιασε νωρίς το πρωί και ρίξαμε άγκυρα στα στενά. Άρχισε να φυσά ένας δυνατός βορειοδυτικός άνεμος… Οι μύγες και η ζέστη προσλάμβαναν τώρα σοβαρές διαστάσεις. Τις δύο τελευταίες μέρες τις περάσαμε με τον ίδιο τρόπο, πολύ ευχάριστα, όσο μας το επέτρεπε η ζέστη, με βόλτες το βραδάκι ανάμεσα στα ερείπια. Στις 14 Ιουλίου του 1840: Η πρώτη άποψη της Αθήνας από τη θάλασσα είναι τρομερά ενδιαφέρουσα… Αλλά η φοβερή ξηρασία των λόφων και των κοιλάδων, που είναι πνιγμένες στις πέτρες, καθώς και η παντελής απουσία κάθε βλάστησης τούτη την εποχή του έτους είναι τρομακτικές… Αλλά τώρα ξεπήδησε μια θαλασσινή αύρα… Στις 17 Ιουλίου: Ήταν τόσο έντονη η ζέστη εχθές που δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να πάμε το βράδυ με τη βάρκα σ’ ένα βραχώδες νησί [αναφέρεται στην Ψυττάλεια] στην είσοδο του κόλπου της Σαλαμίνας. Στις 18 Ιουλίου: Ένας βίαιος βόρειος άνεμος σήμερα το πρωί σήκωσε σύννεφα άμμου από την τσουρουφλισμένη γη και ο κόλπος τυλίχτηκε στη σκόνη. Αυτός ο άνεμος είναι ολέθριος και φαρμακερός, γιατί είναι ζεστός και ξηρός σαν το σιμούν, αποπνικτικός σαν να βγαίνει από καμίνι. Είναι επίσης πολύ ισχυρός. Αφού δειπνήσαμε στις τρεισήμισι, βγήκαμε την ώρα που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται βραδινή δροσιά, αν και η κυριολεκτική έκφραση, δηλαδή έξι η ώρα, θα ήταν πιο ακριβής… Η ένταση και η θερμότητα του αέρα προκαλούσαν τη δυσάρεστη αίσθηση καυτής ξηρότητας που δεν έμοιαζε με τη συνηθισμένη ζέστη. Ακόμα και όσοι ήταν εξοικειωμένοι με το κλίμα τη βρήκαν ασυνήθιστα ενοχλητική και φοβούνταν πως τούτος ο λίβας θα κρατούσε τρεις μέρες. Και την επόμενη μέρα σημειώνει: Η ζέστη ήταν έντονη σήμερα και συνεπώς υποφέραμε όσο και χτες…

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, αυτοπροσωπογραφία.
Copyright © Det Kongelige Bibliotek, Copenhagen (Denmark)

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν φτάνει στην Αθήνα μια βροχερή μέρα του Απρίλη του 1841: Υγρά βαριά σύννεφα κρέμονταν στις πλαγιές του Υμηττού. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και παγερός… Έριχνε μεγάλες σταγόνες και σε λίγο ξέσπασε μπόρα… Μόνο κατά το βραδάκι το γύρισε σε ψιχάλα. Ο αέρας ξέσκισε τα σύννεφα και τα έδιωξε σαν ομίχλη. Τόλμησα να βγω έξω… Ο βουνίσιος αέρας κατέβαινε κρύος και τσουχτερός, υγρά σύννεφα έτρεχαν μακριά, παρ’ όλα αυτά όμως η βορινή αυτή εικόνα δεν γύριζε τις σκέψεις μου στο Βορρά. Σε ολόκληρη τη φύση υπήρχε ένα μεγαλείο, που ούτε η Ελβετία δεν μπορεί να σου προσφέρει. Εκεί τα βουνά σε πλακώνουν, εδώ οι κοιλάδες είναι μεγάλες σαν τα βουνά.

Ο Γουσταύος Φλωμπέρ και ο Μάξιμος Ντυκάν έρχονται στην Αθήνα με το ατμόπλοιο Μέντωρ στις 26 Δεκεμβρίου του 1850. Ο Γουσταύος γράφει στη μητέρα του: Πετάμε από χαρά που βρισκόμαστε στην Αθήνα. Και πρώτα πρώτα για το κλίμα. Μας φαίνεται πως είναι άνοιξη σε σύγκριση με την Κωνσταντινούπολη, που μες στο χειμώνα είναι πραγματική Σιβηρία… Εδώ ξαναβρήκαμε τις μυρτιές και τα λιόδεντρα που μας θυμίζουν τη Συρία μας.

Τη διετία 1857–1858 ο Αντονέν Προυστ ταξιδεύει στην Ελλάδα και περνάει στην Αθήνα έναν ολόκληρο χειμώνα. Τον Δεκέμβριο του 1857 γράφει: Λίγες μέρες μετά την άφιξή μου στην Αθήνα είχαμε σχεδιάσει να επισκεφτούμε τον περίφημο εξάστυλο ναό του Σουνίου, αλλά ο χειμώνας ανάγγειλε την άφιξή του με απειλητικό τρόπο. Από το Νοέμβρη ο βοριάς φύσαγε ασταμάτητα και το χιόνι σκέπαζε τη γη… Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει τόσο παγωμένη και τόσο θλιμμένη νύχτα. Από τις κορυφές της Πάρνηθας ο άνεμος σάρωνε το χιόνι και εκτόξευε παγωμένα κύματα. Οι φανοί της οδού Αιόλου κούναγαν πέρα δώθε θρηνητικά τα αμυδρά τους φώτα… Την επόμενη μέρα γράφει: Φάνηκε ο ήλιος ανάμεσα στον Υμηττό και την Πεντέλη, έλιωσε το χιόνι και μαλάκωσε το έδαφος…

Σούνιο, Ναός του Ποσειδώνα, τέλη 19ου αι.

Στις αρχές του Απρίλη του 1861, ο Ανρί Μπελ πλησιάζει την Αττική διά θαλάσσης: Η νύχτα ήταν σκοτεινή και άγρια. Οι δυνατές ριπές του χιονόνερου, η μανιασμένη θάλασσα και ο δυνατός παγωμένος άνεμος ταλαιπώρησαν τη φρεγάτα μας και τους επιβάτες της. Στα τέλη του ίδιου μήνα περιγράφει τα εξής: Στη διάρκεια της νύχτας σηκώθηκε δυνατός βόρειος άνεμος που σφύριζε κάτω από τις κλειστές πόρτες και χτυπούσε στα τζάμια. Ήταν παγωμένος από τα χιόνια που εξακολουθούσαν να σκεπάζουν τα βουνά και μας έκανε να τρεμουλιάζουμε στα παλτά μας. Η βροχή άρχισε να πέφτει… Για τρεις μέρες, στο τέλος Απριλίου, είχαμε έναν δεκεμβριάτικο παριζιάνικο καιρό… Σε άλλη αναφορά του: Ο δυνατός άνεμος, που τίποτα δεν τον αναχαιτίζει σ’ αυτές τις άδενδρες πλαγιές, καταστρέφει και καίει τις καλλιέργειες της πεδιάδας. Το νερό της βροχής κατρακυλάει χωρίς να συγκρατείται από κάποια βλάστηση στα ψηλώματα για να διοχετευθεί ύστερα σε ζωογόνες πηγές. Μόνο που αυλακώνει τους λόφους και σκληραίνει το έδαφος… Η ανομβρία έξι και οκτώ μηνών κάνει σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε καλλιέργεια έξω από τη στενή ζώνη που ποτίζει ο μικρός ποταμός Κηφισός… Αναφέρεται τέλος στις απότομες εναλλαγές του καιρού: Το δυνατό και διαπεραστικό κρύο δίνει απότομα τη θέση του στις ζέστες του καλοκαιριού. Από τις εννιά το πρωί ως τις πέντε το βράδυ, η αντανάκλαση του δυνατού ήλιου στο χώμα σού τσουρουφλίζει το πρόσωπο, οι αστραφτεροί τοίχοι σε στραβώνουν, ο ουρανός και η γη φλέγονται. Η ζεστή σκόνη στεγνώνει και ερεθίζει το λαιμό, νιώθεις σαν ασφυξία να σου σφίγγει τα πνευμόνια…

Agnes Lewis Smith

Η σκοτσέζα Άγκνες Σμιθ ταξίδεψε στην Ανατολή το 1868 και συνδύασε το ενδιαφέρον της για τους πολιτισμούς της Ανατολικής Μεσογείου με την αγάπη της για τον περιηγητισμό. Βρίσκεται στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 1868: Την επόμενη μέρα την ξοδέψαμε τακτοποιώντας τα πράγματά μας και βολτάροντας στην οδό Ερμού. Ο ήλιος έλαμπε, αλλά ο άνεμος ήταν τσουχτερός, κι έτσι έπρεπε να επιστρέψουμε για να πάρουμε τα γούνινα παλτά μας. Η επιθεώρησή μας στα μαγαζιά και τις βιτρίνες μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει και πολύς πλούτος στην πόλη… Ο άνεμος, ο λαμπερός ήλιος και η σκόνη μάς δυσκόλευαν κάπως. Παρηγορηθήκαμε αναλογιζόμενες ότι ο άνεμος φυσούσε από τον Παρνασσό και ότι η σκόνη αυτή είναι η σκόνη των αιώνων. Λίγες μέρες αργότερα επισκέπτεται τα βουνά της Αττικής και συνομιλεί με έλληνες βοσκούς: Ωστόσο μας έδωσαν και μια πολύτιμη οδηγία, να κοιμόμαστε πάντα φορώντας φανέλα. Αυτή η προφύλαξη μας έσωσε από πολλά κρυολογήματα. Ο βραδινός αέρας είναι τσουχτερός στις ορεινές περιοχές, ενώ τα ελληνικά αγροτόσπιτα αερίζονται κάπως παραπάνω από όσο πρέπει.

O Γκαστόν Ντεσάν επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1890 και μιλάει για τις ανοιξιάτικες μέρες του Μαρτίου και τις πρώιμες ζέστες του, ενώ αλλού αναφέρει το εξής: Την άνοιξη, δηλαδή στα μέσα Φεβρουαρίου, αν ο τρομερός βοριάς δεν φέρει παγωμένες πνοές από τα βάθη των Βαλκανίων, είναι γλυκό να γυρίζεις στους δρόμους της Αθήνας, χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα. Το καλοκαίρι όμως: η Αττική μοιάζει (η γλαυκομάτα θεά Παλλάδα Αθηνά ας μου συγχωρήσει αυτή τη βλασφημία) με τον πάτο πυρωμένου τηγανιού!

Η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ ταξίδεψε στην Ελλάδα μαζί με τη φίλη της Ήντιθ Πέιν το 1892 και διαμαρτύρεται για την παροιμιώδη σκόνη και τη δυνατή βροχή που μετατρέπει τη σκόνη σε θάλασσα βούρκου ακόμα και στην Αθήνα. Κατά την επίσκεψή τους στα Μετέωρα μιλάει για τους δυνατούς και τσουχτερούς ανέμους και τον ευγενικό ηγούμενο που φοβήθηκε μήπως οι δύο γυναίκες κρυολογήσουν εξαιτίας του κατά την αναρρίχησή τους στις ανεμόσκαλες. Αλλά και η Μάργκαρετ Φάουντεν κάνει λόγο στα ημερολόγιά της για τις ξαφνικές και δυνατές βροχές και τη μεγάλη παγωνιά στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 1901.

Η Έμιλυ Ράσσελ Μπάρρινγκτον, γνωστή συγγραφέας και κόρη του ιδρυτή του περιοδικού Economist, το πρωινό της 9ης Σεπτεμβρίου (αρχές του 20ού αιώνα) βρίσκεται στο βράχο της Ακρόπολης: Αχ, μακάρι να είχαν αφήσει τα ασύγκριτα εκείνα γλυπτά να ανθίζουν μέσα στην ομορφιά τους κάτω από τούτο τον ανέφελο ουρανό, να θερμαίνονται κάτω από τις αχτίδες τούτης της λιακάδας…

Η Βιρτζίνια Γουλφ κάνει το πρώτο της ταξίδι στην Ελλάδα το 1906 και φτάνει στην Αθήνα αρχές Σεπτεμβρίου. Θαυμάζει τον ζεστό γαλάζιο ουρανό και η ζέστη αποτελεί πρόβλημα στην εκδρομή στην Πεντέλη. Γράφει χαρακτηριστικά: Η κεντρική θέρμανση ήταν τοποθετημένη στην Ελλάδα. Αλλά η μέρα δεν ήταν πολύ διαυγής και έκανε πολλή ζέστη… Ενώ ένα μήνα αργότερα εντυπωσιάζεται από τις καταρρακτώδεις βροχές και την κατασκότεινη –όπως την χαρακτηρίζει– ομίχλη που έχει απλωθεί στους δρόμους.

Η Μέιμπελ Μουρ έμεινε δύο χρόνια στην Ελλάδα και στο οδοιπορικό Μέρες στην Ελλάδα (αξιοσημείωτο είναι ότι στον πρωτότυπο τίτλο χρησιμοποίησε τη λέξη Hellas αντί του Greece) γράφει για το καλοκαίρι του 1908: Δεν συμφέρει να σχεδιάζεις εκδρομές κατά τη διάρκεια του Ιουνίου, του Ιουλίου και του Αυγούστου, γιατί στην Ελλάδα οι καλοκαιρινές ημέρες είναι, από πολλές απόψεις, dies non (εξαιρετέα μέρα). Σ’ αυτό νομίζω μπορεί να αποδοθεί η αποτυχία μας. Συνεχώς η νύχτα μάς έπιανε πολύ νωρίς και η μεγάλη ζέστη δεν μας επέτρεπε να αξιοποιήσουμε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Επιπλέον, οι φίλοι μας είχαν συνήθως δραπετεύσει σε δροσερότερα κλίματα και ήταν δύσκολο να βρεις συνοδούς…

Η Βιρτζίνια Γουλφ σε παραλία στην Ελλάδα, 1932

Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου του 1932, η Βιρτζίνια Γουλφ επιστρέφει πάλι στην Αθήνα και γράφει χαρακτηριστικά: Έκανε τρομερό κρύο. Που πάντα το ξεχνάς. Ο άνεμος σφύριζε σαρώνοντας. Ο Λέναρντ φταρνιζόταν, εγώ έτρεμα… και ω, η βροχή, η βροχή! Και λίγες μέρες μετά: Αχ, ο άνεμος και ο ήλιος!!! Η Κυριακή 8 του Μάη του 1932 είναι το τελευταίο της βράδυ στην Αθήνα: Νά το λοιπόν, το τελευταίο μας βράδυ, πολύ ζεστό, πολύ σκονισμένο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα των καλύτερων διακοπών που έχω κάνει εδώ και πολλά χρόνια… Θα επιστρέψουμε… ενώ οι μέρες στην Αθήνα θα γίνονται ολοένα και πιο ζεστές –απόψε έτρωγαν έξω στο πεζοδρόμιο στου Κωστή– και οι νύχτες θα γίνονται πιο θορυβώδεις και πιο χαρούμενες… Θέλεις να ψήνεσαι στον ήλιο και να επιστρέφεις σε τούτους τους ομιλητικούς, φιλικούς ανθρώπους, απλώς να ζεις, να μιλάς…

Εννιά χρόνια αργότερα, στις 27 Απριλίου του 1941, Κυριακή του Θωμά: Οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα: Ήταν μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη αρωματισμένη Κυριακή, γύρω στις 11 το πρωί, γράφει ο Γεράσιμος Σ. Λουκάτος στο βιβλίο του Αθηναϊκά.

Η κατοχική Αθήνα θα περάσει δύο από τους πιο δύσκολους και βαρείς χειμώνες στην ιστορία της. Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 1941: Ξημερωθήκαμε κάτασπροι, σε παχύ χιόνι. Όλη μέρα χιόνιζε. Και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς: Παραλυμένοι από το κρύο. Το χιόνι στρώθηκε στην πόλη παχύ και απειλητικό… και σκέπασε τα πάντα.

Μεσολαβεί ο καύσωνας του καλοκαιριού του 1942.Είναι 20 Ιουνίου. Ζέστη δυνατή. 39-40 βαθμούς Κελσίου. Ο καύσωνας συνεχίστηκε μέχρι τις 26 Ιουνίου με το θερμόμετρο να φτάνει τους 42 βαθμούς. Η διαφορά ήταν ότι τότε ο καύσωνας δεν συνοδευόταν με πνιγμένη την ατμόσφαιρα της Αθήνας από καυσαέρια και νέφος αιθαλομίχλης, σχολιάζει ο Γ. Λουκάτος.

Στις 17 Ιανουαρίου του 1944, ημέρα Δευτέρα, το χιόνι έρχεται ξανά στην Αθήνα της Κατοχής με μεγαλύτερη ένταση. Φτάνει τους 40-50 πόντους: Ήταν πολύ μεγάλη και σπάνια η χιονιά των ημερών 17 και 18 του Γενάρη του 1944 για την Αθήνα. Από το 1932, που βρίσκομαι εδώ, τέτοιο χιονιά, θυμάμαι, είχε γίνει το χειμώνα του 1934 (14 και 15 Φεβρουαρίου). Ήταν βέβαια πολύ μεγάλη και η χιονιά του 1941-1942, αλλά όχι σαν αυτή του 1944. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι από το 1944 μέχρι το 1988, που γράφτηκε το βιβλίο, δεν θυμόταν στην Αθήνα να έπεσε τόσο άφθονο χιόνι όσο τότε. Ένα μήνα αργότερα την Αθήνα πλήττει θύελλα: Η βροχή εξακολούθησε όλη τη νύχτα και μόνο το πρωί σταμάτησε. Έβρεχε συνέχεια περί τις 40 ώρες. Ύστερα από τη φοβερή ανεμοθύελλα δύο ημερών, ξέσπασε η 40ωρη βροχή. Είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας τώρα, όχι από τους Γερμανούς, αλλά από τη θεομηνία και χωρίς ηλεκτρικό φως…

Η Αθήνα χιονισμένη, 1934

Βιβλιογραφία

  • Χανς-Κρίστιαν Άντερσεν, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, μετάφραση από τα δανέζικα, εισαγωγή και σχόλια Allan Lund, συνεργάτης για την απόδοση στα ελληνικά Λουκία Θεοδώρου, Αθήνα, Εστία, 1999.
  • Henri Belle, Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874, μετάφραση Λίνα Σταματιάδη, εισαγωγή/σχόλια Γιάννης Γρυντάκης, Αθήνα, Ιστορητής, 1993.
  • G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα: οδοιπορικό 1890: ο κόσμος του Χαρίλαου Τρικούπη, μετάφραση Α. Δαούτη, Αθήνα, Τροχαλία, 1992.
  • Γεράσιμος Σ. Λουκάτος, Αθηναϊκά του πολέμου και της κατοχής, Αθήνα, Φιλιππότης, 1989.
  • A. Proust, Ένας χειμώνας στην Αθήνα του 1857, μετάφραση Ντίνα Νίκα, εισαγωγή Θεοδόσης Πυλαρινός, σχόλια Θεοδόσης Πυλαρινός/Βάσια Δημητρίου, Αθήνα, Ειρμός, 1990.
  • Σατωμπριάν, Οδοιπορικό. Η Ελλάδα του 1806: από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ, πρόλογος/μετάφραση Ανδρέα Καραντώνη, Αθήνα, Δωδώνη, 1979.
  • Στη χώρα του φεγγαριού: Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932), μετάφραση Σοφία Αυγερινού, επιλογή και επιμέλεια κειμένων Βασιλική Κολοκοτρώνη/Ευτέρπη Μήτση, Αθήνα, Εστία, 2005.
  • Εβδομάς, περιοδικό του 19ου αιώνα

* * *