—του Διονύση Καψάλη—

ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ φέτος σαράντα πέντε χρόνια ἀπὸ τὸν μακρινὸ Ἰούλιο τοῦ 1974, τὸν διπρόσωπο μήνα τῆς κυπριακῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἀποκατάστασης τῆς δημοκρατίας. Ὡς μεταπολίτευση, τὸ καλοκαίρι ἐκεῖνο χάρισε τ᾽ ὄνομά του σὲ μιὰ περίοδο τῆς ἱστορίας μας ποὺ ὅλοι συμφωνοῦν ὅτι τελείωσε ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπορεῖ μὲ σιγουριὰ νὰ πεῖ πότε ἀκριβῶς. Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ αἴσθηση τοῦ τέλους, μιᾶς δύσκολης ἀλλὰ μοιραίας ἐκπνοῆς, βαραίνει ἐδῶ καὶ χρόνια στὴ συλλογικὴ συνείδηση, καταπονεῖ τὸν δημόσιο βίο καὶ ὀξύνεται ἀκόμη περισσότερο μέσα στὰ χρόνια τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, κάνοντας τὰ ἀβέβαια βήματά μας πρὸς τὸ ἀδιόρατο μέλλον ἀκόμη πιὸ ἀσθματικά. Συγχρόνως, ἡ περίοδος αὐτὴ στάθηκε ἀπὸ τὶς πιὸ γόνιμες καὶ δημιουργικὲς στὴν ἱστορία τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ. Ἂν ἐξαιρέσουμε –ἀλλὰ πῶς νὰ τὴν ἐξαιρέσουμε;– τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἀττίλα καὶ τὴ διχοτόμηση τῆς Κύπρου, τὸ ἑλληνικὸ κράτος ἔχει ζήσει ἕνα διάλειμμα εἰρήνης καὶ δημοκρατίας σαράντα πέντε ἐτῶν, μοναδικὸ στὴν ἱστορία του. Ὣς τὴν κρίση, τὰ χρόνια αὐτὰ ὑπῆρξαν καὶ χρόνια οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης καὶ εὐημερίας, ἔστω δανεικῆς.

Ἀνάπτυξη ὅμως δὲν γνώρισε μόνο ἡ οἰκονομία. Ὅλο αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πλέον –ἐσφαλμένα– «πολιτισμὸ» (ἐννοώντας συνήθως τὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα ἢ ὅ,τι παλαιότερα εὐφημίζαμε ὡς πνευματικὴ ζωὴ) πορεύτηκε δημιουργικὰ μέσα σ᾽ αὐτὰ τὰ χρόνια, μολονότι δὲν ἔλειψαν οὔτε ἐδῶ οἱ προσομοιώσεις εὐδαιμονίας ποὺ ἡ βουλιμικὴ ἀπληστία τοῦ πλουτισμοῦ ἐπέβαλε στοὺς ἐκμαυλισμένους θαυμαστές της. Ὅσο γιὰ τὸν πολιτισμὸ στὴν εὐρύτερη τώρα σημασία του, καὶ αὐτὸς ἄλλαξε πρόσωπο καὶ συνήθειες, ἀλλοῦ ἐπὶ τὰ βελτίω καὶ ἀλλοῦ ἐπὶ τὰ χείρω – ἂν ὑποθέσουμε ὅτι μποροῦμε ἀκόμα νὰ διακρίνουμε τὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ χειρότερο.

Εἶναι πολλά, ἱδρύματα καὶ ὀργανισμοὶ κοινωφελοῦς σκοποῦ, ποὺ γεννήθηκαν ἢ ἀναπτύχθηκαν μέσα στὰ χρόνια αὐτά, γιὰ νὰ ἀποτελέσουν τὶς ὑλικὲς καὶ θεσμικὲς προϋποθέσεις τῆς παιδείας μας, λειτουργώντας ὡς ἀποθετήρια ζωτικῆς μνήμης, ἐπεξεργαστὲς ἱστορικῆς αὐτογνωσίας ἀλλὰ καὶ πυκνωτὲς εὐαισθησίας. Θὰ ἀναφέρω μόνο τὸ Μουσεῖο Μπενάκη, καθόσον ἡ δική του περίπτωση, ἐξαιρετικὴ ὅσο καὶ ἐμβληματική, συνοψίζει μὲ πολλοὺς τρόπους ὅ,τι καλύτερο συνέβη στὴ θεσμικὴ ὀργάνωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς στὰ χρόνια τῆς μεταπολίτευσης. Τὸ Μουσεῖο Μπενάκη, χάρη στὸ ἐμπνευσμένο πεῖσμα τοῦ χαρισματικοῦ Ἄγγελου Δεληβορριᾶ, μεταμορφώθηκε ἀπὸ μιὰ σημαντικὴ ἰδιωτικὴ συλλογὴ στὸ κορυφαῖο μουσεῖο τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὅμως νὰ προσθέσω καὶ τὸ Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ἐνεργὸς βίος τοῦ ὁποίου συμπίπτει μὲ τὰ χρόνια τῆς μεταπολίτευσης, καθὼς καὶ τὸ ΕΛΙΑ, τμῆμα καὶ καύχημα, ἐδῶ καὶ μιὰ δεκαετία, τοῦ ΜΙΕΤ, ποὺ τὸ 2020 θὰ γιορτάσει τὰ σαράντα χρόνια ἀπὸ τὴ ἵδρυσή του τὸ 1980. Τὸ μὲν ΜΙΕΤ, χάρη στὴν αἰσθητικὴ ἀλλὰ καὶ τὴ λογιοσύνη τοῦ Ἐμμανουὴλ Κάσδαγλη, μεταρρύθμισε τὴν παραγωγὴ τοῦ βιβλίου καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς ἀνάγνωσης στὴ χώρα μας, τὸ δὲ ΕΛΙΑ, προικισμένο ἐξαρχῆς μὲ τὴ γενναιοφροσύνη τοῦ Μάνου Χαριτάτου, ἄλλαξε ριζικὰ τὴν ἔννοια καὶ τὴ λειτουργία τοῦ Ἀρχείου στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία. Οὔτε ἡ γενικὴ παιδεία, οὔτε ἡ παρεχόμενη γνώση στὴν ἀνώτερη καὶ τὴν ἀνώτατη ἐκπαίδευση, οὔτε ἡ ἔρευνα στὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, στὶς τέχνες καὶ στὰ γράμματα θὰ ἦταν ἴδιες χωρὶς αὐτοὺς τοὺς δύο ὀργανισμούς: ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του ἄνοιξαν πόρτες καὶ παράθυρα ὥστε νὰ πνεύσει καινούριος, καθαρὸς ἀέρας πνευματικῆς ἐλευθερίας, τὸν ὁποῖο ἀκόμα εἰσπνέουμε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀνακούφιση. Ἡ συμβολὴ καὶ ἡ συγχώνευσή τους τὸ 2009, ἐπὶ Διοικήσεως Τάκη Ἀράπογλου στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἄναψε ἕνα φῶς, ἐκεῖ στὸ σκοτεινὸ κατώφλι τῆς κρίσης. Ἕνα ἀκόμη παράθυρο ἐλπίζουμε πὼς ἀνοίγουμε καὶ σήμερα μὲ τὴν κυκλοφορία τοῦ πρώτου τεύχους τοῦ Κομμωτῆ κομητῶν, τοῦ ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ τοῦ ΜΙΕΤ.

Τί μᾶς περιμένει στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς περιπέτειας ποὺ ἀποκαλοῦμε οἰκονομικὴ κρίση, ἄδηλον. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι τούτη ἡ κρίση δὲν εἶναι ἁπλῶς οἰκονομική: ἔχει ἤδη καταστρέψει μέρος ἀπὸ τὶς πνευματικὲς βεβαιότητες καὶ τὶς πολιτιστικὲς ἀξίες μὲ τὶς ὁποῖες πορευτήκαμε χρόνια καὶ συνεχίζει νὰ διαβρώνει τὸν δημόσιο λόγο μὲ ἐφιαλτικὸ ρυθμό, σωρεύοντας ὅλο καὶ περισσότερη ἀσχήμια στὴν πόλη μας, στὴν πολιτεία μας καὶ στὴ συνείδησή μας. Μπορεῖ ἡ κοινωνία μας νὰ τὶς ξαναβρεῖ ἢ νὰ φτιάξει ἄλλες, πιὸ ἀνθεκτικές, γιατὶ θὰ εἶναι καμωμένες μὲ τὴ συνεκτικὴ κοινωνικὴ ὕλη μιᾶς νέας, ριζικῆς ἐλπίδας. Εἴθε. Ἂν ὅμως στὴν ἄλλη, τὴν αἴθρια ἄκρη –ὅπως τὴν προσδοκοῦμε καὶ τὴν εὐχόμαστε– τοῦ σκοτεινοῦ διαδρόμου δὲν βρεθοῦν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀλώβητοι, ὥστε νὰ δεξιωθοῦν τὶς προσδοκίες καὶ τὶς ἀνησυχίες μας, οἱ πολιτιστικοὶ ὀργανισμοὶ ποὺ ἔφτιαξε ἡ μεταπολίτευση, ἡ κρίση θὰ ἔχει μεταποιηθεῖ σὲ ἠθικὸ ὄλεθρο. Ἂς τοὺς διαφυλάξουμε. Εἶναι τελεστὲς δημοκρατίας, μέρος πολύτιμο τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ μηχανισμοῦ τῆς κοινωνίας μας ἀπέναντι στὶς δυνάμεις τῆς ἄγνοιας, τῆς δεισιδαιμονίας, τοῦ φανατισμοῦ, τοῦ ρατσισμοῦ καὶ τῶν ποικίλων πειρασμῶν τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, ποὺ οἱ τερατώδεις προσωπίδες του λιτανεύονται σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη.