—της Χριστίνας Ντουνιά—

Είναι γνωστό το πώς ξεκίνησε η ιστορία του ΕΛΙΑ, όταν δυο νεαροί φίλοι, ο Μάνος Χαριτάτος και ο Δημήτρης Πόρτολος, αποφάσισαν δώσουν στο συλλεκτικό χόμπυ τους μια διάσταση σαφώς πιο φιλόδοξη και με χαρακτήρα οραματικό. Έτσι, το 1964, γεννήθηκε το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, με τον αρχαίο κάνθαρο στο λογότυπό του που έμελλε να γίνει το φιλόξενο σπίτι των ερευνητών των νεοελληνικών σπουδών, μια εστία που θα συγκέντρωνε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες και έντυπα κάθε λογής, αλλά και χειρόγραφα πολύτιμα φυλαγμένα σε προσωπικά αρχεία.

Η γενιά μου και η επόμενη γενιά νεοελληνιστών συνδεθήκαμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τις συλλογές και τις ποικίλες δράσεις του ΕΛΙΑ. Η πλούσια βιβλιοθήκη του, αλλά και τα ανεκτίμητα αρχεία λογοτεχνών, στοχαστών, ή και επιφανών πολιτικών βοήθησαν αποφασιστικά στο να γραφούν άρθρα, μελέτες και βιβλία με τη σφραγίδα της πρωτότυπης έρευνας και της επιστημονικής προόδου στην ευρύτερη περιοχή των νεοελληνικών σπουδών. Αναφέρω το σημαντικότατο «Βιβλιολογικό Εργαστήρι» του Φίλιππου Ηλιού για μια ιστορία του βιβλίου στον 19ο αιώνα, τις επανεκδόσεις παλαιών περιοδικών, τις βιβλιογραφικές εργασίες του Κυριάκου Ντελόπουλου και του Δημήτρη Δασκαλόπουλου που κυρίως στηρίχθηκαν στις συλλογές του ΕΛΙΑ, αλλά και γενικότερα τις εκδόσεις του ΕΛΙΑ, τις ψηφιακές βάσεις δεδομένων, την ουσιαστική του συμβολή σε σημαντικές εκθέσεις, και φυσικά τις πολυάριθμες διδακτορικές διατριβές που εκπονήθηκαν χρησιμοποιώντας την πλούσιες συλλογές του. Το σημαντικότερο ήταν ότι, ειδικά μετά την εγκατάσταση του στο νεοκλασικό κτίριο της Πλάκας, στην οδό Αγίου Ανδρέου, αυτό που ήταν περισσότερο υπόθεση μιας μεγάλης, έστω, ομάδας ερευνητών έγινε πλέον ανοιχτό σε κάθε λογής ενδιαφερόμενο, σε φοιτητές, ερευνητές, δημοσιογράφους, λογοτέχνες.         

Εδώ, ας μου επιτραπεί ένας πιο προσωπικός τόνος, αφού θα μιλήσω για τη δική μου σχέση με το ΕΛΙΑ και τη φιλία μου με τον Μάνο Χαριτάτο, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν την αναφορά σε στενά ιδιωτικές ή οικογενειακές στιγμές. Η πρώτη εικόνα από εκείνον που έρχεται στη μνήμη μου είναι στην οδό Ελλανίκου 38, στο Παγκράτι, όπου έμενε σε ένα διαμέρισμα αρχείο, γεμάτο χαρτιά και αντικείμενα κάθε λογής, από πολύτιμα και σπάνια έως τα πιο ευτελή και εφήμερα. Είχαμε γνωριστεί μέσω του κοινού μας φίλου Πέτρου Βέργου (που είχε αναλάβει και τις δημοπρασίες για ανεύρεση πόρων του ΕΛΙΑ), στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν έγραφα στο περιοδικό Αντί και παράλληλα εκπονούσα τη διδακτορική μου διατριβή για τα λογοτεχνικά περιοδικά του Μεσοπολέμου. Ο Μάνος και το ΕΛΙΑ στάθηκαν ανεκτίμητοι αρωγοί στην περιπέτεια της έρευνας, εκεί βρήκα όσα δεν μπορούσε να μου προσφέρει τότε το ελληνικό πανεπιστήμιο και η λειτουργική δυσκαμψία των ελάχιστων δημόσιων βιβλιοθηκών, όπου επίσης προσέτρεχα. Δείγμα των πρώτων χρόνων της φιλίας και της συνεργασίας μας ήταν ένα άρθρο μου στο περιοδικό Αντί, τον Μάρτιο του 1984 με τίτλο: «Aνατυπώσεις παλιών περιοδικών. Mια δραστηριότητα του Eλληνικού Λογοτεχνικού και Iστορικού Aρχείου» (Aντί, τχ. 257, Μάρτιος, 1984, σ. 42 -43), όπου επιχειρούσα να αναδείξω τη σπουδαία συνεισφορά του στο χώρο των γραμμάτων και της έρευνας. Είναι η χρονιά που η πρώτη ιδρυτική ομάδα του ΕΛΙΑ διευρύνεται με νέα μέλη και ο Μάνος με προτείνει, παρόλο που ακόμα δεν είχα ολοκληρώσει τη διατριβή μου· έτσι, η σχέση μου με το ΕΛΙΑ γίνεται πλέον και θεσμική.

Κατά τη διάρκεια της δεκάχρονης απουσίας μου στο εξωτερικό διατήρησα την επαφή μου με το ΕΛΙΑ και ενημερωνόμουν για τις ποικίλες δράσεις του, ενώ μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, γείτονες πλέον στην Πλάκα, περνούσα πολύ συχνά από το γραφεία στην Αγίου Ανδρέου, από όπου πάντα έφευγα πλουσιότερη, είτε με ένα ψηφιακό αντίγραφο σπάνιας έκδοσης, είτε με την πληροφορία για την απόκτηση ενός νέου αρχείου, ή ακόμα επειδή είχα κάνει μια αξιόλογη γνωριμία από τον ευρύτερο χώρο της έρευνας ή του πολιτισμού. Και όταν ακόμα μετακομίσαμε από το κέντρο συχνά κατεβαίναμε με τον Χρήστο [Λάζο] και πίναμε καφέ στο γραφείο του Μάνου, ακόμα και τις Κυριακές, γιατί πάντα ήταν εκεί από τις 6 το πρωί, στο πόστο του, στο δεύτερο σπίτι του. Μοναχικός και ταυτόχρονα κοινωνικός με τον τρόπο του, ένας άνθρωπος γενναιόδωρος, με έμφυτο το χάρισμα της καλωσύνης, ο Μάνος αντιμετώπιζε με εμπιστοσύνη τους συνομιλητές του. Διατηρούσε σχέσεις ζεστής οικειότητας όχι μόνο με τους στενούς του συνεργάτες, αλλά με όλους τους εργαζόμενους στο ΕΛΙΑ, έπαιζε τάβλι συζητώντας με τους παλαιοπώλες που περνούσαν τακτικά από το γραφείο του και συνομιλούσε με υπουργούς, επιχειρηματίες, καθηγητές πανεπιστημίου, πάντοτε με την απλότητα και την ευθύτητα που τον διέκριναν.

Οι τελευταίες εικόνες του Μάνου παρόλο που τον είχε καταβάλει η ασθένεια, έρχονται στο μυαλό μου φωτισμένες από το χαμόγελό του, γλυκό και κάποτε αδιόρατα περιπαικτικό. Άλλωστε δεν έπαψε να βλέπει τη ζωή με την ήρεμη συνείδηση τού ανθρώπου που, ενώ είναι ακόμα νέος, έχει ήδη πραγματοποιήσει ένα σπουδαίο έργο, έχει αξιοποιήσει με το παραπάνω το τάλαντο που του χάρισε ο Θεός ή, αν θέλετε, η τύχη. Ίσως κάποιοι φίλοι μέσα σε αυτή την αίθουσα θυμούνται τα κειμενάκια που μας έστελνε κυριολεκτικά έως τις τελευταίες του μέρες, ακόμα και μέσα από το νοσοκομείο. Τα έχουμε φυλάξει στον υπολογιστή μας σαν ένα έργο του Μάνου, να μας θυμίζει το πόσο δραστήριος και αεικίνητος ήταν, το πόσο ενδιαφερόταν για όλα, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της αρρώστιας του: βιντεάκια με μουσική και χορό, παράξενα και ενδιαφέροντα που συνέβαιναν στον κόσμο και τα εντόπιζε στις αναζητήσεις του στο διαδίκτυο, αστεία ανέκδοτα, γρίφους, κριτικές, ποιήματα. Μια μέρα θυμάμαι μας έστειλε σκαναρισμένα όλα τα βιβλία γνωστού ποιητή για να τα έχουμε πρόχειρα στον υπολογιστή μας. Ξανακοιτάζοντας αυτές τις μέρες την ιδιότυπη αυτή αλληλογραφία, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα κεφάλαιο ιδιωτικού αρχείου, ξεχώρισα για να σας διαβάσω ένα μήνυμα, γιατί συνδέεται με την μεγάλη αγάπη της οικογένειας Χαριτάτου για τον Καβάφη και τον αιγυπτιακό ελληνισμό.

Αντιγράφω:

Στάλθηκε: 6:34 π.μ. Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Θεμα: και ένα σχετικά επίκαιρο ποιήμα του Καβάφη

 

Καλημέρα σας,
και μιας και στην επιμόρφωση σας είχα αφήσει
στον Καβάφη,
συνεχίζω με ένα του ποίημα, το: «Ας Φρόντιζαν»
που είναι από τα αγαπημένα μου,
και το βρίσκω εξαιρετικά επίκαιρο.

Μάνος

[Ακολουθούσε το καβαφικό ποίημα]

Βρισκόμαστε όμως εδώ και καιρό στην μετά Χαριτάτο εποχή του ΕΛΙΑ, για την οποία ο Μάνος (από κοινού με τον Δημήτρη Πόρτολο) είχε φροντίσει να χαράξει τις βασικές κατευθύνσεις, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της νέας εποχής, την οικονομική κρίση και τις τεράστιες ανάγκες που προέκυπταν σχετικά με τη διατήρηση και την πρόοδο αυτού του σημαντικού φορέα. Θυμάμαι εκείνη την τελευταία συνεδρίαση των μελών, όταν πήραμε την απόφαση να μεταβιβαστεί το ΕΛΙΑ στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας ώστε να επιτευχθεί η απρόσκοπτη συνέχιση τού πολύτιμου έργου του. Αναρωτιόμασταν τότε αν θα μπορούσε να διατηρηθεί αυτό το σπουδαίο κλίμα συνεργασίας και προσφοράς στον νεοελληνικό πολιτισμό, αν θα παρέμενε δηλαδή το ΕΛΙΑ ένα φιλικό ανοιχτό αρχείο σε κάθε είδους ερευνητή ή θα μεταβαλόταν σε ένα περίκλειστο ίδρυμα με γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Ορισμένοι είχαν τις επιφυλάξεις τους, αλλά η παραμονή τού Μάνου Χαριτάτου στην προεδρία, σε συνδυασμό με την ποιότητα και την αξιοπιστία του ΜΙΕΤ και τον χαρισματικό διευθυντή του Διονύση Καψάλη, λειτουργούσαν ως εχέγγυα για την εξασφάλιση της γόνιμης συνέχειας του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου. Και βέβαια ο χρόνος απέδειξε ότι αυτή ήταν η καλύτερη λύση.

Σήμερα το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, εμπλουτισμένο με νέες συλλογές, με επέκταση των χώρων του και καλύτερη ταξινόμηση του αρχειακού υλικού, και πάνω απ΄ όλα με την πολύτιμη γνώση και φροντίδα του έμψυχου δυναμικού του, εξακολουθεί να διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στην ακαδημαϊκή έρευνα, αλλά και σε πολλές σημαντικές δραστηριότητες στο χώρο του πολιτισμού. Στις εγκαταστάσεις του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ και στις συλλογές του φυλάσσονται αρχεία ιστορικών προσωπικοτήτων και λογοτεχνών, φωτογραφίες και καρτ ποστάλ, βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, τεκμήρια της καλλιτεχνικής ζωής, χάρτες και εφήμερα. Η βιβλιοθήκη του περιέχει περισσότερους από 100.000 τίτλους βιβλίων, περιοδικών, ημερολογίων και εφημερίδων καλύπτοντας την εκδοτική δραστηριότητα του 19ου, του 20ού και του 21ου αιώνα στην Ελλάδα και κατατάσσεται ανάμεσα στις σημαντικότερες και —σε ορισμένες ενότητες— στις πιο ενημερωμένες βιβλιοθήκες της χώρας. Η υπεύθυνη του ΕΛΙΑ Αργυρώ Αγγελοπούλου έχει την εποπτεία, ενώ μια έμπειρη και εξειδικευμένη ομάδα έχει την ευθύνη των ποικίλων συλλογών του. Το τμήμα των ιστορικών αρχείων με υπεύθυνο τον Δημήτρη Μπαχάρα, το τμήμα παραστατικών τεχνών με την Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη, το πρωτότυπο τμήμα των εφήμερων με τον Γιώργο Τσακνιά, το φωτογραφικό αρχείο με τη Βιβή Χατζηγεωργίου, η βιβλιοθήκη, με επικεφαλής των βιβλιοθηκονόμων τη Μαρία Αρβανιτάκη, προσφέρουν πολλαπλές δυνατότητες έρευνα και αξιοποίησης στοιχείων. Ωστόσο το αρχείο που ενδιαφέρει κυρίως τη δική μας κατεύθυνση είναι το λογοτεχνικό, όπου η γνώση και η τεράστια εμπειρία της Σοφίας Μπόρα συντελούν στην γρήγορη εξοικείωση των μεταπτυχιακών μας φοιτητών με το χώρο της αρχειακής έρευνας.

Έχοντας την πεποίθηση ότι η φιλολογία συνδέεται στενά με την ιστορικότητα του κειμένου εποπτεύω στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τομέα Νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ ένα σεμινάριο με στόχο την μελέτη και την αξιοποίηση αρχειακού υλικού σε συνδυασμό με τη συγγραφή πρωτότυπων εργασιών. Παρουσιάζονται αρχειακές συλλογές και τεκμήρια, μέθοδοι και εργαλεία έρευνας, επεξεργασία κειμενικών, οπτικοακουστικών, ψηφιακών, ηλεκτρονικών αρχείων και συλλογών. Βασικός άξονας του σεμιναρίου είναι τα λογοτεχνικά αρχεία: πρόκειται για μια ειδική κατηγορία αρχείων στα οποία συμπεριλαμβάνονται χειρόγραφα (ανέκδοτα κείμενα, αλληλογραφία, ημερολόγια κ.λ.π.), δακτυλόγραφα, έντυπα κειμενικά ή άλλου τύπου (φωτογραφίες, αποκόμματα, λοιπά έγγραφα) τεκμήρια που ανήκουν σε ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, ακόμα και βιβλία της βιβλιοθήκης τους. Σκέφτομαι το πολύτιμο αρχείο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ένα σύνολο ετερόκλητων στοιχείων, αποκομμάτων, κειμένων, σχολίων, εγγράφων, ονείρων, φωτογραφιών, σκίτσων. Ένα αρχείο που σχετίζεται με το πάθος της συλλογής, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας γίνεται συλλέκτης των προσωπικών του στιγμών και με αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία σχεδιάζει το μνημειώδες έργο του για την φυσιογνωμία της βιομηχανικής κοινωνίας, (αναφέρομαι κυρίως στο Passagen – Werk) που ο θάνατός του το 1940 άφησε ημιτελές. Ένα πλήθος μικρά ή μεγάλα αρχεία περιμένουν λοιπόν και σήμερα τον μελετητή τους. Ο νέος ερευνητής σαν ένας αρχαιολόγος θα φέρει στο φως θαμμένα πολύτιμα αντικείμενα, θα ανεβάσει στην επιφάνεια θησαυρούς ναυαγίων που περίμεναν εκείνον να τα ανασύρει από το σκοτάδι του βυθού.

Θα σας δώσω ορισμένα παραδείγματα από αυτή την ερευνητική δραστηριότητα για να φανεί το εύρος των θεμάτων, των δυνατοτήτων και των προσεγγίσεων που προσφέρει το πλήθος σημαντικών φακέλλων που βρίσκονται στη διάθεση των ερευνητών. Προνομιακός χώρος και βασικό πεδίο της έρευνάς μας είναι φυσικά το λογοτεχνικό αρχείο του ΕΛΙΑ.

Η Κορίννα Ντάση μελέτησε το αρχείο Χατζόπουλου και μετέγραψε σχολιάζοντας τις επιστολές του Ιωάννη Γρυπάρη προς τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο στη διάρκεια του έτους (1898-1899), την εποχή που κυκλοφορούσε Η τέχνη το εμβληματικό περιοδικό για τη στροφή προς τις νεότερες ιδέες για τη λογοτεχνία. Στο ίδιο αρχείο η Μαρία Καραγλάνη, ανέδειξε τη «μετάφραση του θεατρικού έργου Δωδέκατη Νύχτα ή Ό,τι Θέλετε του William Shakespeare» από τον Χατζόπουλο. Ο Ιωάννης Μωραΐτης εξέτασε το αρχείο του Στρατή Τσίρκα και εκπόνησε εργασία με τίτλο: «Αρχειακές αναδιφήσεις, μνημονικές ανακλήσεις και το ‘’ζωντάνεμα’’ των ηρώων: Η περίπτωση των Ακυβέρνητων Πολιτειών του Στρατή Τσίρκα». Ο Νίκος Καγκελάρης εξέτασε το πλούσιο αρχείο της Έλλης Παππά, και εκπόνησε εργασία με θέμα μια ανέκδοτη μετάφραση της συγγραφέως: «Η Έλλη Παππά ως μεταφράστρια του Αριστοφάνη: Η περίπτωση της Εἰρήνης». Ο Γιώργος Καλογήρου, στην εργασία του «Γιώργης Λαμπρινός, «Άνθρωποι»», μετέγραψε και σχολίασε ένα αδημοσίευτο διήγημα από το αρχείο του συγγραφέα. Η Ευγενία Αλεξία Μιχαήλ, εκπόνησε την εργασία «Όψεις της διακειμενικότητας: Από το αρχείο στο ποιητικό έργο του Βύρωνα Λεοντάρη,» όπου εξετάζει τα χειρόγραφα του ποιητή που βρίσκονται στο ΕΛΙΑ και στα οποία καταγράφει αναλυτικά τα διακείμενα του. Η Κυριακή Παπαδοπούλου, μελέτησε το αρχείο του Μένη Κουμανταρέα και ανέδειξε τον εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας δοκιμάζει πολλαπλές εκδοχές τίτλων για τα έργα του, διατηρώντας τες όλες προσεκτικά στο αρχείο του και εκπόνησε την εργασία « Οι τίτλοι και η επεξεργασία τους στο έργο του Μένη Κουμανταρέα, Το σώου είναι των Ελλήνων». Η Χρυσούλα Κουλέτα, εξέτασε το αρχείο του Τέλλου Άγρα που με μυθιστορηματικό τρόπο έφτασε στο ΕΛΙΑ και διασώθηκε από τον Μάνο Χαριτάτο, με την υποδειγματική φροντίδα της Σοφίας Μπόρα. Μέσα από τα μικρά και τα μεγαλύτερα χαρτάκια έγραψε την εργασία της ανιχνεύοντας τις θέσεις του Τέλλου Άγρα για την λογοτεχνία του φανταστικού. Η Σταυρούλα Αγγελάκου, μελέτησε το αρχείο της Πολυδούρη και εξέτασε μια ημιτελή της μετάφρασή της από την εποχή που σπούδαζε θέατρο: Η Μαρία Πολυδούρη ως μεταφράστρια του θεατρικού έργου Μιχάλης Κράμερ [=Michael Kramer], του Gerhart Hauptmann. Η Αγγελική Μιχάλη, μελέτησε το αρχείο του Ανδρέα Καμπά και εκπόνησε την εργασία: «Το άλγος ενός «πολλά υποσχομένου»». Ο Χάρης Κουτέλας εξέτασε ένα ανέκδοτο νεανικό κείμενο στο αρχείο της Μαργαρίτας Καραπάνου και έγραψε τη μελέτη: «Αυτοβιογραφικές και ψυχαναλυτικές εμμονές της Μαργαρίτας Καραπάνου».

Όλες οι εργασίες που εκπονούνται διαθέτουν το στοιχείο της πρωτοτυπίας και μάλιστα αρκετές είναι δημοσιεύσιμες. Σκεφτόμαστε να προτείνουμε στο νέο ηλεκτρονικό περιοδικό του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, που φέρει το καρυωτακικής κοπής πρωτότυπο όνομα Κομμωτής κομητών να αναλάβει τη δημοσίευση, μετά από επιλογή, των μελετών που εκπονήθηκαν στον φιλόξενο χώρο του· αυτό ίσως λειτουργούσε και ως κίνητρο για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, υποψήφιους διδάκτορες ή και μεταδιδάκτορες που κινούνται στο χώρο των νεοελληνικών σπουδών. Αναρρωτιέμαι κάποτε αν όλοι οι νέοι ερευνητές ενδιαφέρονται ή είναι έτοιμοι να νιώσουν αυτό που εμείς οι παλιότεροι ανακαλύπταμε, αυτοδίδακτοι και κάπως ερασιτεχνικά, δηλαδή τη σωματικότητα της επαφής μας με το αρχείο. Με άλλα λόγια αυτό που περιγράφει μια νεότερη ιστορικός, η Αρλέτ Φαρζ: όραση, αφή, όσφρηση, ακοή, όλες οι αισθήσεις στη δημιουργία αυτής της «ερωτικής» εμπειρίας, της «γεύσης του αρχείου». Είμαι συγκρατημένα αισιόδοξη: τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την αξιόπιστη «παραδοσιακή» ιστορικο-φιλολογική προσέγγιση, με τις ψυχαναλυτικές, νεοϊστορικές, και μεταδομιστικές θεωρίες περί αρχείου, ανανεώνεται και το ενδιαφέρον των νέων ερευνητών για τη μελέτη του. Και έχω βάσιμες ελπίδες ότι αυτή η πολύτιμη κιβωτός, θα εξακολουθεί να στεγάζει τα κατάλοιπα των λογοτεχνών και να ενισχύει τις έρευνες των μελετητών. Το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται ανανεωμένος, αλλά με γερά θεμέλια, έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ο αιώνα.

* * *

Η Χριστίνα Ντουνιά είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Ε.Κ.Π.Α.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 1/12/2019, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στην εκδήλωση με τίτλο «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», με αφορμή τα 10 χρόνια από την ενσωμάτωση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου  στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.