—του Ευάγγελου Βενιζέλου—

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κατ’ αρχάς για την ανοχή σας στο γεγονός ότι καθυστέρησα γιατί είχα μία έκτακτη ακαδημαϊκή υποχρέωση. Eξήγησα στον κύριο Καψάλη τους λόγους και πραγματικά ζητώ συγγνώμη και ευχαριστώ πολύ. Παρόλα αυτά έτρεχα να προλάβω, οι δρόμοι είναι αδιάβατοι.

 Ήθελα να ακούσω τους ομιλητές και χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί άκουσα τον κύριο Πόρτολο τον οποίο και ευχαριστώ από καρδιάς για την ευγένειά του. Λυπάμαι που δεν άκουσα τον φίλο μου, τον Μίλτο Πεχλιβάνο που ήρθε από το Βερολίνο το αγαπημένο μου, και βέβαια τον κύριο Καψάλη με τον οποίο όμως είχαμε συνεννοηθεί για το περιεχόμενο της εκδήλωσης αυτής, άρα εικάζω ότι λίγο ή πολύ ξέρω το περιεχόμενο αυτών που ειπώθηκαν.

Θα προσπαθήσω να κάνω έναν πολύ σύντομο επίλογο, στην πραγματικότητα, γιατί έχει περάσει η ώρα και είστε κουρασμένοι, αν και, φαντάζομαι, και συγκινημένοι με όσα ακούγονται.

Τώρα πώς εισέπραξα εγώ τον Μάνο Χαριτάτο από τότε που τον «παρέλαβα» ως υπουργός Πολιτισμού, περίπου στα τέλη του 1996, και διαμορφώσαμε μια σχέση προσωπική, όχι θεσμική, ούτε πολιτική.

Είχε έναν μοναδικό τρόπο, χαριτωμένο και γοητευτικό, να ασκεί πίεση, να υποβάλλει τις ιδέες του, να σου δίνει την εντύπωση ότι εσύ την έχεις αυτή την ιδέα και βεβαίως να καταλήγει το όλο σχήμα στη δική σου παράκληση να την προωθήσει.

Ήταν ένα σχήμα που απέδωσε διάφορα πράγματα. Μνημονεύθηκαν εδώ κάποια παραδείγματα. Εκτός από το ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης, θα ήθελα εγώ να προσθέσω και την εμβληματική έκδοση Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, και βεβαίως τους μεγάλους εορτασμούς που κατά καιρούς έχουμε διοργανώσει: το έτος Καβάφη, το έτος Τσίρκα, το έτος Ξενόπουλου, που έχουν νομίζω ένα διεθνές ενδιαφέρον, δεν παρήλθαν ανεπιστρεπτί.

Τώρα πώς εισέπραξα εγώ τον Μάνο. Ως αυτό που ήταν, δηλαδή ως έναν αλεξανδρινό. Είχαμε πάει μαζί και στα εγκαίνια της Νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Πιστεύω ότι τον έχει εμπνεύσει κατά βάθος. Δηλαδή νομίζω ότι συνδέεται με την βασική ιδέα να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου φυλάσσεται μια ολόκληρη παρακαταθήκη. Ο ρόλος του θεματοφύλακα της μνήμης νομίζω ότι οφείλει ίσως πολλά σ’ αυτή τη σχέση του με τον τόπο.

Άλλωστε αυτή είναι η μανία του συλλέκτη, είναι μία ιερή μανία. Τον οδηγεί στο απώτερο στάδιο του συλλέκτη, που είναι να γίνει μουσείο ή αρχείο, πάντως να γίνει θεσμός, εν ζωή. Να μετατραπεί από πρόσωπο, ή από δύο πρόσωπα —που είναι ένας πυρήνας εντυπωσιακός γιατί δεν διπλασιάζεται απλώς η δύναμη, πολλαπλασιάζεται—, να μετατραπεί σε έναν θεσμό.

Η βαθύτερη σχέση του με την Ιστορία, η σχέση του με τον χρόνο. Πρέπει να έχει κανείς πολύ ανεπτυγμένη και εκλεπτυσμένη αίσθηση του ιστορικού χρόνου και της δικής του σχέσης με τον χρόνο προκειμένου να λειτουργεί ως συλλέκτης. Αγωνίζεσαι να συνδεθείς με το παρελθόν βεβαίως, αλλά αγωνίζεσαι και να αφήσεις ένα ίχνος το οποίο θα έχει διάρκεια, θεσμοθετημένη διάρκεια.

Αυτό που επίσης χαρακτήριζε τον Μάνο, φυσικά και τον κύριο Πόρτολο και όλη την ομάδα, είναι αυτή η στάση απέναντι σε όλες τις εκδοχές της Ιστορίας, ο ίσος σεβασμός απέναντι στη μικρή και τη μεγάλη Ιστορία. Ιστορία δεν είναι μόνον τα μεγάλα γεγονότα και τα μεγάλα τεκμήρια, είναι και τα εφήμερα υλικά, είναι η νοοτροπία, η καθημερινότητα, η αισθητική του παρελθόντος. Δεν νομίζω ότι μπορείς να αναπαραστήσεις μια εποχή και τους ανθρώπους της και τις καταστάσεις της εάν δεν έχεις όλα αυτά τα συμφραζόμενα.

Τη σημασία που απέδιδε ο Μάνος Χαριτάτος στα εφήμερα υλικά, στα μικρά πράγματα, στον καθημερινό βίο, μου τη διατύπωνε πάρα πολλές φορές και μου έχει δώσει δύο αντίδωρα για την όποια σχέση μου με το ΕΛΙΑ: μου έχει δώσει ένα καλαπόδι από ένα εργοστάσιο παραγωγής υποδημάτων, και μια χαρακτηριστική ξύλινη παλιά συσκευή παραγωγής τσιγάρων, χειροποίητη, απ’ το καπνεργοστάσιο. Αυτά λοιπόν τα δύο αντίδωρα του Μάνου και τεκμήρια της σχέσης μας, τα έχω στο τελείως προσωπικό κρυφό γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη. Τα έχω κρατήσει. Τα είχα κρατήσει από τότε γιατί είχα καταλάβει τη σημασία της χειρονομίας του, δηλαδή την είχα νιώσει, γιατί αυτά δεν τα καταλαβαίνεις με πολλή μεγάλη ευκολία.

Και βέβαια φθάσαμε να έχουμε τον επίλογο της δράσης του Μάνου με την συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας που είναι ένας κορυφαίος πολιτιστικός θεσμός, που οφείλει την ύπαρξή του στον Γεώργιο Μαύρο, δηλαδή σε ένα πολιτικό πρόσωπο. Διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, καταφεύγοντας —κατά μία εκδοχή της ιστορίας— εκεί στα κρίσιμα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Αλλά πάντως έμεινε πίσω το ΜΙΕΤ, το οποίο και το ξαναενθάρρυνε μετά την μεταπολίτεση, με τον προκάτοχό σας. Και νομίζω ότι εσείς συνεχίζετε τώρα επάξια όλη αυτή την διαδρομή και την βαθιά κληρονομιά.

Είπε η Χριστίνα προηγουμένως ότι ήτανε μία Κιβωτός το ΕΛΙΑ. Είναι ωραίος παραλληλισμός. Είναι η Κιβωτός του Μάνου και του Δημήτρη και αυτών που αγωνίστηκαν για το ΕΛΙΑ. Και η Κιβωτός αυτή του Νώε της λογοτεχνίας και των ιστορικών τεκμηρίων κάποια στιγμή χρειάζεται ένα όρος Αραράτ στο οποίο και ακουμπάει.

Και φυσικά ο Μάνος Χαριτάτος υπάρχει μέσα από τα δικά μας μάτια, τα μάτια των φίλων του, κυρίως όμως από τα μάτια των δικών του – δεν θα φέρω κι εγώ σε δύσκολη θέση την Αλεξάνδρα τώρα.

Ο Μάνος, λοιπόν, αλεξανδρινός, μου θύμιζε πάντα κάτι. Δε συνηθίζω τις ποιητικές κοινοτοπίες και μάλιστα σε τέτοιο ακροατήριο αλλά θα κάνω μια εξαίρεση και θέλω την κατανόησή σας. Θέλω να ακούσουμε μαζί ένα ποίημα το οποίο εικονογραφείται από τον Μάνο και τη δραστηριότητά του, κυρίως σε σχέση με τα μικρά και εφήμερα πράγματα που μας φέρνουν σε επαφή με τον ιστορικό χρόνο, με τις μεγάλες καταστάσεις.

Και θα μου επιτρέψετε να κλείσω έτσι αυτόν μου τον επίλογο:

Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Ανδρονίκου Ασάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τί ήρμοζε να έχουν,
του τί εξάπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν.

* * *

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 1/12/2019, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στην εκδήλωση με τίτλο «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», με αφορμή τα 10 χρόνια από την ενσωμάτωση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου  στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.