—του Μίλτου Πεχλιβάνου—

Είμαι βέβαιος, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, πως ο Μάνος Χαριτάτος δεν θα φανταζόταν πιο καίρια στιγμή και πιο ταιριαστή αφορμή για να μνημονευθεί στον δημόσιο λόγο από τη σημερινή συμπλήρωση των πρώτων δέκα χρόνων της δεύτερης ζωής του έργου του, των δεκάχρονων από την ένταξη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Υπήρξε άλλωστε ένας από εκείνους που δεν αρκούνται νωχελικά ή αυτάρεσκα στην πρώτη ζωή των ανθρώπων και των πραγμάτων, αλλά με πείσμα και έμπνευση εργαζόταν για να προσφερθεί στο αρχείο μια δεύτερη ζωή, ανθεκτικότερη στον χείμαρρο των χρόνων από την πρώτη, να προσδοθεί συνέχεια και διάρκεια σε ό,τι μοιάζει τετελεσμένο ή είναι εφήμερο, να μην κληροδοτηθούν εν τέλει από το παρελθόν στο μέλλον κομμάτια μόνο και θρύψαλα αλλά, όσο είναι τούτο κάθε φορά στον συλλέκτη εφικτό, σειρές συμπληρωμένες. Τέτοια υπήρξε λ.χ. εκείνη της ελληνικής βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα, στην οποία, μεταπτυχιακό φοιτητή ακόμη, με στόμα ανοικτό μπροστά σε εκείνον τον έντυπο πλούτο στο διαμέρισμα της Λουκιανού, θυμάμαι με ευγνωμοσύνη να με ξεναγεί ο Μάνος Χαριτάτος, υποδεικνύοντας εμμονικά τις απουσίες στα ράφια, κενά προς συμπλήρωση και αντικείμενο του συλλεκτικού πόθου.

Οι αφορμές έκτοτε για να οφείλω βαθιά ευγνωμοσύνη στο ΕΛΙΑ, για την αρχειακή ύλη που έχει συγκεντρώσει και τη διαθέτει γενναιόδωρα, αλλά και πρωτίστως για τους ανθρώπους του που γύρω από την Αργυρώ Αγγελοπούλου σχεδιάζουν την πολιτική, επιμελούνται τα τεκμήρια και συνδράμουν κάθε ερευνήτρια και ερευνητή στην προσπέλασή τους, υπήρξαν τόσες και τέτοιες που δύσκολο είναι να διαλέξεις σε τι να πρωτοαναφερθείς – αλλά με παρηγορεί πως την ίδια δυσκολία θα είχαν να αντιμετωπίσουν τόσες και τόσοι συνάδελφοι της ελληνικής αλλά και της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και τόσες μαθήτριες και τόσοι μαθητές μας που διάβηκαν με ασαφή ζητούμενα και τη σεμνότητα του αρχαρίου το κατώφλι της Αγίου Ανδρέου, από τη μια ή την άλλη πλευρά του δρόμου, και τόσο γρήγορα αισθάνθηκαν σαν στο σπίτι τους σε κάποιον από τους ορόφους του ΕΛΙΑ. Αρκεί να μετρήσω νοερά τους υποψήφιους διδάκτορες των νεοελληνικών σπουδών στο Βερολίνο ή και όσες ή όσους έχουν εκπονήσει τις διατριβές τους, για να διαπιστώσω πως δίχως εξαίρεση έχουν όλες και όλοι δώσει το παρών στις αρχειακές συλλογές του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου.

Όπως κι αν έχει, θα μπορούσα σήμερα να μην αναφερθώ στον ενθουσιασμό δύο Γερμανών συναδέλφων, όταν παρουσίασαν, σε συνέδριο που οργανώσαμε με τον Αλέξανδρο Κύρτση πριν από ένα μήνα στο Βερολίνο για την εποχή του Όθωνα, ένα ερευνητικό πρόγραμμα της Βαυαρικής Ακαδημίας των Επιστημών με θέμα τα πρακτικά της αντιβασιλείας στα πρώτα χρόνια της λεγόμενης Βαυαροκρατίας; Βάσει αυτού του μέχρι πρότινος άγνωστου αρχειακού τεκμηρίου, που αγαθή τύχη το είχε φέρει στο ΕΛΙΑ, όπου και το εντόπισε ο αφιερωμένος στην ελληνοβαυαρική ιστορία ζήλος των συναδέλφων, έχουν σχεδιαστεί στο Μόναχο τέσσερις διδακτορικές διατριβές προς εκπόνηση. Αλλά για να περάσω στα λογοτεχνικά αρχεία, που εκ των πραγμάτων τα γνωρίζω καλύτερα, μπορώ να μην αναφερθώ –κι ας την έχω ξαναπεί την ιστορία– σε εκείνο το απροσδόκητο παπαδιαμαντικό εύρημα, σε ένα πεταμένο χαρτοκιβώτιο στα σκουπίδια της οδού Καλλιδρομίου, που αντί να καταλήξει πριν από δύο πάνω-κάτω δεκαετίες σε κάποια χωματερή, τύχη αγαθή πάλι το έφερε στο γραφείο της αρχειονόμου Σοφίας Μπόρα: απροσδόκητο, καθώς συνιστά μαρτυρία της τεκμηριωμένης πλέον και άγνωστης από οποιαδήποτε άλλη πηγή επιθυμίας του Παπαδιαμάντη το 1904 να «μεταναστεύσει» στο Παρίσι. Ο θεωρούμενος ως κοσμοκαλόγερος της νεοελληνικής λογοτεχνίας εντός «του πλήρους βιοποριστικού αδιεξόδου του μέσα στα δεδομένα της προσωπικής του και της ελληνικής πνευματικής ζωής» προσφέρει με την επιστολή αυτή μιαν «ένδειξη της αυτοσυνειδησίας του λογοτέχνη που αντιλαμβάνεται τη θέση του στα ευρωπαϊκά γράμματα», γράφοντας από τη Σκιάθο, στις 22 Οκτωβρίου 1904, προς τον ανιψιό του Νικόλαο Αλεξάνδρου, γιο της αδελφής του Ουρανίας, μετανάστη στην Αμερική: εις εμέ συμφέρει ένα ταξίδι έως την Γαλλίαν, διότι πιστεύω ότι κάτι θα κάμω εκεί.

Αλλά και πάλι πώς θα ήταν δυνατό να μην αναφερθώ στην πυκνότερη ερευνητική μου εμπλοκή με το ΕΛΙΑ, όταν, χάρη στη δωρεά του αρχείου Μ.Μ. Παπαϊωάνου πλάι σε εκείνη του αρχείου Στρατή Τσίρκα και στη μελέτη της αντικριστής αλληλογραφίας των δύο κομμουνιστών διανοουμένων, μου δόθηκε η ευκαιρία μιας συστηματικής επίσκεψης στο συγγραφικό εργαστήρι του Τσίρκα; Τα δύο λογοτεχνικά αρχεία έτσι, με την εξαιρετικά πλούσια τεκμηρίωση της ιστορίας της πρόσληψης των Ακυβέρνητων Πολιτειών αλλά και της σταδιακής επινόησης και σύνθεσης των τριών μυθιστορημάτων που τελικά συναποτέλεσαν την ιστορικής σημασίας τριλογία της ελληνικής, αριστερής και μοντερνιστικής πεζογραφίας, λειτούργησαν ως εφαλτήριο ώστε να ελεγχθούν επιμέρους μεθοδολογικές προτάσεις της σύγχρονης θεωρίας της λογοτεχνίας: ότι ένα λογοτεχνικό έργο θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής ανάγνωσης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής επικοινωνίας που το κατέστησε δυνατό, των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην παραγωγή και την πρόσληψη, αλλά και ότι το ως βιβλίο παγιωμένο τελικό κείμενο το εμπλουτίζει η ερμηνευτική ανάγνωσή του στον ορίζοντα του γενετικού ντοσιέ των πρόχειρων και προσχεδίων, των συχνά ματαιωμένων ενδεχομένων της πλοκής αλλά και των υφολογικών παραλλαγών, όσα, αγαθή τύχη, απόκεινται στα συγγραφικά κατάλοιπα.

Δεν σκοπεύω να εκφωνήσω μιαν απολογία υπέρ των λογοτεχνικών αρχείων, το θέμα δεν είναι βέβαια ακαλλιέργητο, τα λιγοστά μου βιωματικά παραδείγματα ελπίζω να αρκούν στην κατεύθυνση του επιχειρήματός μου, πως επιδιώκοντας να δώσει συνέχεια και διάρκεια σε ό,τι μοιάζει να είναι τετελεσμένο (το έντυπο βιβλίο) ή εφήμερο (μια ιδιωτική επιστολή), η θεσμική μνήμη του Αρχείου προικίζει με μια δεύτερη ζωή τα τεκμήρια που συγκεντρώνει, τα μετασχηματίζει σε ό,τι θα μπορούσε κανείς να ονομάσει μορφωτικούς ή πολιτισμικούς πόρους για την έρευνα και την εθνική παιδεία. Τις ξεχασμένες αλήθειες του παρελθόντος θα τις αναζητήσουμε εντός αυτής της δεύτερης ζωής, αποσταθεροποιώντας παροντικούς μύθους και ελέγχοντας τα fake news που μας έχουν κατακλύσει, κάνοντας κοντολογίς ό,τι η φιλολογία και η ιστορία επιδιώκουν με κάθε επίσκεψη στο Αρχείο: να καλέσουν τους νεκρούς και να συνομιλήσουν μαζί τους. Εφόσον (πλάι στις αποφασιστικές αντιπαραθέσεις των ημερών μας για τους ενεργειακούς πόρους καθώς και τη βιωσιμότητα ή αειφορία) επιλέγαμε –και νομίζω πως συντρέχουν στις μέρες μας επαρκείς λόγοι να το πράξουμε– να συζητήσουμε για τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας μορφωτικής ή πολιτισμικής βιωσιμότητας ή αειφορίας, η δεύτερη ζωή του αρχείου δεν μπορεί παρά να συνιστά κεντρική διάσταση μιας προσανατολισμένης στο μέλλον μορφωτικής και πολιτισμικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό είναι κατά την κρίση μου αποφασιστικής σημασίας για τις σπουδές του νέου ελληνισμού αλλά και για μιαν ευρύτατη φιλίστορα δημόσια σφαίρα το ότι το ΕΛΙΑ εξασφάλισε για τις δεύτερες ζωές των αρχειακών του συλλογών μια δεύτερη θεσμική ζωή. 

Είμαι συνεπώς βέβαιος, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, πως η δεύτερη ζωή που το Μορφωτικό Ίδρυμα προσφέρει εδώ και μία δεκαετία στις αρχειακές συλλογές του Μάνου Χαριτάτου, του Δημήτρη Πόρτολου, των τόσων δωρητών και χορηγών του ΕΛΙΑ, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, συνιστά χειρονομία που στα δεκάχρονά της οφείλει να μην περάσει απαρατήρητη. Η κοινότητα των φιλολόγων και των ιστορικών του νέου ελληνισμού οφείλουμε το ευχαριστώ, χρωστάμε ευγνωμοσύνη στην Εθνική Τράπεζα που έκανε δεκτή την εισήγηση του Διευθυντή του Μορφωτικού Ιδρύματός της Διονύση Καψάλη να θεωρηθεί η υπόθεση του ΕΛΙΑ κεντρικός άξονας των μορφωτικών προτεραιοτήτων της. Πρόκειται για μια μη αυτονόητη μορφή της ανάληψης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, η οποία σταθμίζει για το μέλλον της κοινωνίας των πολιτών το ειδικό βάρος της μορφωτικής φιλανθρωπίας/χορηγικής δραστηριότητας πλάι στις πιο αναμενόμενες μορφές της κοινωνικής φιλανθρωπίας, που αυτονόητα θα εντάσσονταν στην κατηγορία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Από την άλλη έχουμε να κάνουμε με μιαν ανάληψη εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που βρίσκει εύκολα τη γενεαλόγησή της στις εκδοχές του ευεργετισμού της ελληνικής ιστορίας των δύο τελευταίων αιώνων (αρκεί να θυμίσω το Μουσείο Μπενάκη, οι οφειλές μας στο οποίο είναι αδύνατο να ρυθμιστούν, ή το Μουσείο που μας φιλοξενεί σήμερα και του ευχόμαστε μακροημέρευση), έναν ευεργετισμό, χωρίς τον οποίο πολλά από όσα έχουν συμβεί ή συμβαίνουν στον τόπο μας τις τελευταίες δεκαετίες δεν θα είχαν λάβει χώρα – η αναφορά στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος είναι περίπου αυτονόητη.

Deutsches Literaturarchiv (DLA), Marbach am Neckar

Ας μου επιτραπεί μια καταληκτική αναφορά σε μια από τις διεθνείς best practices, που γνωρίζω κάπως καλύτερα, στο Γερμανικό Λογοτεχνικό Αρχείο, το Deutsches Literaturarchiv Marbach. Για τα πρώτα του βήματα καθοριστικής σημασίας υπήρξε η επίτευξη της γερμανικής ενοποίησης τον 19ο αιώνα και η αναγνώριση της εθνικής σημασίας των Γερμανών «ποιητών και στοχαστών», όταν ο Wilhelm Dilthey υπογράμμιζε την ανάγκη να ιδρυθούν πλάι στα Κρατικά Αρχεία, τα γερμανικά ΓΑΚ, αρχεία για τη λογοτεχνία, καθώς «τα χειρόγραφα κατάλοιπα των συγγραφέων έχουν ανεκτίμητη αξία» και ο τραπεζίτης και μαικήνας Kilian von Steiner χρηματοδότησε το Μουσείο και το Αρχείο Friedrich Schiller, που από το 1955 μετασχηματίστηκε σε Γερμανικό Λογοτεχνικό Αρχείο γύρω από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία της Deutsche Schillergesellschaft – έκτοτε πάντως με δημόσια χρηματοδότηση, σήμερα της τάξης των δέκα εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, που αντιστοιχούν στο 90% του προϋπολογισμού του Αρχείου, του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης. Δεν θα ήθελα να επιμείνω σήμερα ούτε στις προτεραιότητες του θεσμού, να αποτυπώσει το δίκτυο του λογοτεχνικού βίου από τη λογοτεχνική παραγωγή στη διαμεσολάβηση και την πρόσληψη της γερμανικής λογοτεχνίας, διαθέτοντας για παράδειγμα σημαντικότατα αρχεία εκδοτικών οίκων, όπως εκείνο των εκδόσεων Cotta ή του Suhrkamp, ούτε στον αρχειακό πλούτο στο Marbach στον ποταμό Neckar, καθώς εκεί απόκεινται λ.χ. αρχειακές συλλογές των Schiller, Hofmannsthal και Rilke, Döblin, Hesse και Kafka, αλλά και όλων σχεδόν των μεταπολεμικών, μεταξύ άλλων των Paul Celan, Hans Magnus Enzensberger, Peter Handke, W. G. Sebald ή Martin Walser. Σκοπός μου δεν είναι να μελαγχολήσουμε, αλλά να ισχυριστώ πως, τηρουμένων των αναλογιών, και πρωτίστως των διαφορών, δεν πρέπει να μας διακατέχει κάποιο ακαταμάχητο αίσθημα μειονεξίας. Μπορεί να μην διαθέτουμε έναν ομόλογο δημόσιο θεσμό, ο αρχειακός χάρτης μας είναι ωστόσο σχεδιασμένος χάρη πρωτίστως στη μορφωτική χορηγία, και το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ διαδραματίζει σε αυτόν ρόλο που δεσπόζει – μια ματιά στις αρχειακές προσκτήσεις της τελευταίας δεκαετίας θα ήταν αποστομωτική. Μπορεί να μην έχει βέβαια τη δυνατότητα μιας μόνιμης μουσειακής συλλογής για την ελληνική λογοτεχνία, αν και συχνά πυκνά οργανώνει εκθέσεις στα Βιβλιοπωλεία του ΜΙΕΤ, στο Πολιτιστικό του Κέντρο στη Θεσσαλονίκη, στο Μέγαρο Εϋνάρδου στην Αθήνα ή σε συνεργασία με άλλους φορείς, αρκεί όμως να περπατήσεις λίγα τετράγωνα μέχρι την Κριεζώτου, για να βρεθείς στην Πινακοθήκη Γκίκα και στο ταξίδι στον κόσμο των ιδεών της Ελλάδας του 20ού αιώνα, όπως το συνέλαβε ο αείμνηστος Άγγελος Δεληβοριάς. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει τέλος κάποια ειδική ερευνητική δράση για τα αρχεία των λογίων και των φιλοσόφων, όπως στο Marbach, όπου απόκεινται μεταξύ άλλων τα κατάλοιπα της Hannah Arendt, του Hans Blumenberg και του Hans-Georg Gadamer, του Erich Auerbach, του Wolfgang Iser, του Hans Robert Jauß ή του Peter Szondi, η ιστορία των σπουδών του νέου ελληνισμού δίνει όλο και πιο συστηματικά το παρών στις συλλογές του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, λ.χ. με τα κατάλοιπα των δασκάλων πολλών μας, του Άλκη Αγγέλου, του Παναγιώτη Μουλλά, του Ξενοφώντα Κοκόλη, του Δανιήλ Ιακώβ, πόσο μάλλον του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

δεν αποκλείεται να ισχυριστούν κάποιοι πως τα σκονισμένα χαρτώα αρχεία ανήκουν στο παρελθόν των ψηφιοποιητικών και ψηφιοποιημένων ημερών μας, πως η απροσδόκητη επιστολή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θα είχε σήμερα ακόμη πιο εφήμερο χαρακτήρα ως e-mail προορισμένο να χαθεί σε χρόνο βραχύ. Η δεύτερη ζωή των τεκμηρίων στο αρχείο προσαρμόζεται πάντως στις τεχνολογικές μας συνήθειες (αρκεί να σας θυμίσω το πρώτο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, που μόλις κυκλοφόρησε, του Κομμωτή κομητών) αλλά και η συνεργασία αρχειονομίας και ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών καλά κρατεί· πρόσφατα βρέθηκα στο Βερολίνο στην παρουσίαση ενός ερευνητικού προγράμματος για την ανάκτηση από σκληρούς δίσκους συγγραφέων του γενετικού ντοσιέ των πρόχειρων και προσχεδίων επιμέρους λογοτεχνικών έργων, ενόσω παρεμπιπτόντως όλο και περισσότεροι σκληροί δίσκοι περιλαμβάνονται στις νέες προσκτήσεις των αρχειακών φορέων διεθνώς.

Έχουμε συνεπώς κάθε λόγο να ευχηθούμε την πρώτη δεκαετία, που σήμερα γιορτάζουμε, να την ακολουθήσουν στη δεύτερη ζωή του ΕΛΙΑ εντός του ΜΙΕΤ πολλές ακόμη στο μέλλον! Εις πολλά έτη!

* * *

Ο Μίλτος Πεχλιβάνος είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στη Freie Universität του Βερολίνου.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 1/12/2019, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στην εκδήλωση με τίτλο «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», με αφορμή τα 10 χρόνια από την ενσωμάτωση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου  στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.