Το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 5 και η ιστορία του

—της Μαρίας Αρβανιτάκη—

Τη δεκαετία του 1960, δύο νεαροί φίλοι, ο Μάνος Χαριτάτος και ο Δημήτρης Πόρτολος, αρχίζουν να συλλέγουν οτιδήποτε τυπωμένο σε χαρτί καθώς και διάφορα αντικείμενα. Ένα αυγουστιάτικο βράδυ του 1964, το ΕΛΙΑ απέκτησε το όνομα και το λογότυπό του, έναν κάνθαρο, είδος αρχαιοελληνικού αγγείου, που σχεδίασε ο Μάνος Χαριτάτος. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1980, ιδρύουν το σωματείο με την επωνυμία Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, ευρύτερα γνωστό ως ΕΛΙΑ. Με προσωπικό μεράκι, συνεχή προσπάθεια, πολλή δουλειά, αλλά κυρίως χάρη στο πάθος τους για τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία και λογοτεχνία, κατάφεραν να διασώσουν αρχεία ιστορικών προσωπικοτήτων και λογοτεχνών, σπάνια βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, φωτογραφίες, χάρτες, παρτιτούρες, θεατρικά προγράμματα, αντικείμενα, εφήμερο υλικό. Ταυτόχρονα, υπερβαίνοντας τον ρόλο του «μανιώδους συλλέκτη», ο Μάνος Χαριτάτος επέλεξε εξαρχής τη δημιουργία ενός φορέα ανοικτού στην έρευνα, προσφέροντας έτσι ανεκτίμητη υπηρεσία στην ιστορική γνώση.

Πού συγκέντρωναν όμως όλο αυτό το υλικό; Πού το μελετούσαν οι ερευνητές; Η απάντηση είναι απλή: σε αποθήκες και διαμερίσματα διασκορπισμένα σε όλη την Αθήνα. Στην αρχή ήταν η το ρετιρέ στην οδό Ελλανίκου. Το 1979, ο Ρ. Μιλλιέξ γράφει στον Ανεξάρτητο ένα άρθρο με τίτλο «Μια σπηλιά του Αλή Μπαμπά στην Αθήνα»[1] και αποκαλύπτει ότι ο χαρακτηρισμός ανήκει στον μπαρμπα-Σπύρο, τον ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου, ο οποίος, όταν πρωτοσυνάντησε τον Μάνο Χαριτάτο, αναφώνησε: «Αα, εσείς είσαστε που για το σπίτι σας μιλάνε σα για τη Σπηλιά του Αλή Μπαμπά με τους 40 κλέφτες;». Μετά ήταν το διαμέρισμα και άλλοι χώροι της πολυκατοικίας στην οδό Ριζάρη στο Παγκράτι,[2] που ήταν γεμάτοι με υλικό. Από τo 1980 ως το 1989 ήταν η οδός Παρνασσού στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ένα γραφείο με δυο δωμάτια και ένα γκισέ. Ως το 1990, ήταν πάλι η Ελλανίκου, που φιλοξένησε το λογοτεχνικό και φωτογραφικό αρχείο, αυτή τη φορά σε ένα σχεδόν ισόγειο διαμέρισμα, με την πινακίδα του ΕΛΙΑ να φαίνεται μέσα από το παράθυρο. Οι εφημερίδες φυλάσσονταν στη λεωφόρο Κηφισίας, τα ιστορικά αρχεία κάπου στα Εξάρχεια, ενώ στο σπίτι της οδού Λουκιανού στο Κολωνάκι βρισκόταν η μεγάλη και πολυαγαπημένη συλλογή του Μάνου Χαριτάτου, τα βιβλία του 19ου αιώνα. Συνολικά δώδεκα με δεκατέσσερις διαφορετικοί χώροι φιλοξενούσαν το υλικό.

Ο όγκος του υλικού τεράστιος, η διασπορά του προβληματική. Η έλλειψη μόνιμης στέγης προκαλούσε σοβαρές δυσχέρειες στη διεκπεραίωση των εσωτερικών λειτουργιών του ΕΛΙΑ, τόσο στην οργάνωση όσο και στην παροχή υπηρεσιών. Η εύρεση μόνιμης στέγης θα συνέβαλλε στη συγκέντρωση του υλικού σε έναν ενιαίο χώρο, θα εξασφάλιζε τις ανάλογες συνθήκες φύλαξης και προστασίας του, ώστε τελικά το ΕΛΙΑ να μπορέσει να προβάλει μεγαλύτερο μέρος των συλλογών του σε περισσότερους ερευνητές και να αποβεί ένα «δημιουργικό κέντρο επιστημονικής έρευνας ανοικτό σε όλους», όπως χαρακτηριστικά έλεγε σε συνεντεύξεις του ο Μάνος Χαριτάτος.

Η αναζήτηση στέγης ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση του ΕΛΙΑ. Όταν αυτή βρέθηκε, «έκανε το ΕΛΙΑ φορέα, σχεδόν το επέβαλε», όπως πολύ εύστοχα σχολίασε ο συνιδρυτής του ΕΛΙΑ, Δημήτρης Πόρτολος, στην εκδήλωση «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», που οργάνωσε το ΜΙΕΤ τον Δεκέμβριο του 2019 με αφορμή την επέτειο των δέκα χρόνων από τη συνένωση των δύο φορέων.

Τελικά, στο «Ροδακιό», στην καρδιά της Αθήνας, στη μικρή απόκεντρη οδό που «άρχεται από της οδ. Αγίας Φιλοθέης 8-10, τερματιζομένη οδ. Αδριανού 79-81»,[3] δηλαδή στην Αγίου Ανδρέου και στον αριθμό 5, στη θέση «Παλαιό Λουτρό», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας του κτηρίου, βρίσκει το ΕΛΙΑ του Μάνου Χαριτάτου και του Δημήτρη Πόρτολου το σπίτι του.[4] Η οδός Αγίου Ανδρέου άνηκε χωροταξικά στο Α΄ Τμήμα της πόλης[5] και πήρε το όνομά της το 1852,[6] όταν δηλαδή πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεθοδική εργασία από τον Δήμο Αθηναίων για την ονοματοδοσία των οδών. «Ροδακιό» μάλιστα λεγόταν η συνοικία της παλιάς Αθήνας που εκτεινόταν από την Καραγεώργη Σερβίας μέχρι τη Ναυάρχου Νικοδήμου και από την οδό Βουλής ως την Πλατεία Μητροπόλεως, ενώ γειτόνευε με τη συνοικία «Γοργοπήκο».[7] Η συνοικία πήρε το όνομά της από την παλιά αθηναϊκή οικογένεια Ροδάκη, που διατηρούσε ιδιοκτησίες σε όλη αυτή την περιοχή. Η αναφορά μάλιστα της θέσης «Παλαιό Λουτρό» οφείλεται στο γεγονός ότι στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το μέγαρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, δηλαδή Αγίας Φιλοθέης και Νικοδήμου, από τον 16ο αιώνα μ.Χ. λειτουργούσε το πιο αριστοκρατικό λουτρό της παλιάς Αθήνας, όπου πήγαιναν μόνο Έλληνες και χριστιανοί, το λεγόμενο «Χαμάμ του Χατζή Αλί» και μεταγενέστερα «Λουτρό του Ροδακιού».[8] Το Λουτρό είχε χτιστεί πάνω σε ρωμαϊκό βαλανείο,[9] επέζησε της καταστροφής του 1826/1827 και λειτουργούσε μέχρι το 1890. Τότε, ο μητροπολίτης Γερμανός Καλλιγάς το κατεδάφισε μαζί με ό,τι είχε απομείνει από το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα – το οποίο είχε χτίσει στο ίδιο περίπου σημείο η Αγία Φιλοθέη – για να ανεγερθεί το μητροπολιτικό μέγαρο. Μάλιστα, «το σιντριβάνι της μεγάλης αίθουσας του λουτρού κοσμούσε την αυλή της Αρχιεπισκοπής ως τις αρχές του 21ου αιώνα».[10] Έπειτα τα ίχνη του σιντριβανιού χάθηκαν.[11]

Το σιντριβάνι του «Λουτρού του Ροδακιού» στην αυλή της Αρχιεπισκοπής Αθηνών

Η οδός Αγίας Φιλοθέης το 1896 (πηγή: Λεύκωμα Ολυμπιακών Αγώνων 1896)

 

Το οικόπεδο του ΕΛΙΑ από το 1880 ως το 1919[12]

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμόν 28084 συμβόλαιο, που συντάχθηκε στην Αθήνα από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Ι. / Γ. Αντωνιάδη στις 14 Οκτωβρίου 1880, ορίζονται τα εξής: συνιδιοκτήτες «εξ ημισείας αδιαιρέτως» της οικίας και του οικοπέδου επί της οδού Αγίας Φιλοθέης στην Αθήνα, που «συνορεύει με την οικία Γ. Φίνλεϋ, με την οικία Ζιμβρακάκη και με δρομίσκο», την Αγίου Ανδρέου δηλαδή, είναι οι Νικόλαος Σπουργίτης και Κωνσταντίνος Ιωαννόπουλος.

 

Η Ακρόπολη και η Πλάκα από το καμπαναριό της Μητρόπολης το 1869· στη λεπτομέρεια της φωτογραφίας, το κτήμα όπου χτίστηκε αργότερα το κτήριο του ΕΛΙΑ (πηγή: Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ό αιώνα)

Ο Νικόλαος Σπουργίτης, κτηματίας, είναι ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της εποχής, με μεγάλη ακίνητη περιουσία στη Σύρο και την Αθήνα. Ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Ερμούπολη της Σύρου. Το 1891, πεθαίνει και αφήνει κληρονομιά[13] την περιουσία του στη σύζυγό του Μαριέττα και στους γιους του.[14] Συγκεκριμένα, στον γιο του Αναστάσιο Σπουργίτη αφήνει το οικόπεδο που βρίσκεται στον δρομίσκο Αγίου Ανδρέου, σύμφωνα με τη συμβολαιογραφική πράξη κληρονομιάς, την οποία συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ερμουπόλεως Σύρου Γεράσιμος Ζαβός και επικύρωσε το Πρωτοδικείο Σύρου.

Το 1892, η Μαρία, κόρη του κτηματία και κατοίκου Αθηνών Κωνσταντίνου Ιωαννόπουλου, κληρονομεί το τμήμα του οικοπέδου που άνηκε στον πατέρα της και αγοράζει ένα ακόμα τμήμα στο ίδιο σημείο. Έτσι, το τμήμα της Αγίου Ανδρέου από την Αγίας Φιλοθέης μέχρι το σημερινό όριο του κτηρίου του ΕΛΙΑ προς την Αδριανού περιέρχεται στην κατοχή του συζύγου της, που δεν είναι άλλος από τον Αναστάσιο Σπουργίτη.

Είναι 29 Απριλίου 1896. Η Αθήνα ζει στον απόηχο της διοργάνωσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Στην οδό Σοφοκλέους, στο συμβολαιογραφείο Αθηνών του Πυθαγόρα Σφοίνη, ο Εμμανουήλ Λέκκας, ταγματάρχης χωροφυλακής, αγοράζει, με βάση το υπ’ αριθμόν 11838 συμβόλαιο, τμήμα του «κτήματος» που βρίσκεται «επί της Αγίου Ανδρέου στη θέση Παλαιό Λουτρό». Συγκεκριμένα, το εν λόγω τμήμα, έκτασης 345 τ.μ., δεν βλέπει στην Αγίας Φιλοθέης, αλλά έχει 15μ. πρόσοψη στην Αγίου Ανδρέου και συνορεύει νότια – στο πίσω μέρος του ΕΛΙΑ δηλαδή – με την τότε οικία Λέκκα, ενώ δυτικά – δηλαδή αριστερά του ΕΛΙΑ – με την οικία κληρονόμων του Τζωρτζ Φίνλεϋ. Ο εν λόγω Φίνλεϋ δεν είναι άλλος από τον Βρετανό ιστορικό, σκωτικής καταγωγής και φιλέλληνα, τον ιστορικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα σε μια οικία, κτίσμα της Τουρκοκρατίας, επί της οδού Κέκροπος 8 στην Πλάκα.[15] Το κτήριο δίπλα στο ΕΛΙΑ είναι κάποια άλλη οικία που του άνηκε.

Ο πωλητής, δηλαδή ο Αναστάσιος Σπουργίτης, δικηγόρος και κάτοικος Ερμουπόλεως Σύρου, δεν παρίσταται ο ίδιος στην αγοραπωλησία του «κτήματος», αλλά η διαδικασία ολοκληρώνεται μέσω εκπροσώπου του. Επίσης, ο Εμμανουήλ Λέκκας αναλαμβάνει να χτίσει τον μεσότοιχο για να διαχωριστούν τα δύο νέα οικόπεδα που προκύπτουν. Το 1907, ο Εμμανουήλ Λέκκας πεθαίνει και αφήνει κληρονομιά το εν λόγω κτήμα στα τρία του παιδιά, Μαρία, Άννα και Ανδρέα. Το κτήμα παραμένει άδειο και ανεκμετάλλευτο μέχρι το 1919.

Η περιοχή του κτηρίου του ΕΛΙΑ το 1880 περίπου

 

Η γειτονιά τη δεκαετία του 1920

Μετά την ανέγερση του μητροπολιτικού μεγάρου, η γειτονιά ονομάστηκε «μικρό Βατικανό», και στην οδό Αγίου Ανδρέου αποτυπώνεται ο έντονος αστικός χαρακτήρας με κάποιες ωραιότατες κατοικίες, χτισμένες κατά την πρώτη τριακονταετία του 20ού αιώνα. Μηχανικοί, δικηγόροι, κτηματίες, γεωργοί, αξιωματικοί του ιππικού και διευθυντές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας είναι κάποιοι από τους ιδιοκτήτες και τους ενοίκους στη γειτονιά, σύμφωνα με τους οδηγούς των ετών 1921 και 1922.

Ο μηχανικός Α. Χρηστίδης είχε την κατοικία του στην Αγίου Ανδρέου 1. Τις κατοικίες τους στην Αγίου Ανδρέου 2 διατηρούσαν οι Γ. Αναγνωστόπουλος και Χ. Αποστολίδης τουλάχιστον μέχρι το 1928. Ο δικηγόρος Κ. Βουρνάζος είχε το γραφείο του στην Αγίου Ανδρέου 3, ενώ στον ίδιο αριθμό έμεναν ο Ηλίας Παπαηλιού και ο επίσης δικηγόρος Δημήτριος Γιαννόπουλος, ο οποίος το 1947 μετέφερε εκεί και το γραφείο του. Ο κτηματίας Α. Αλεξανδρόπουλος, ο αξιωματικός του ιππικού Α. Κοζομπολίδης και ο τμηματάρχης του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Ιωάννης Σ. Ιωάννου διατηρούσαν τις οικίες τους στην Αγίου Ανδρέου 6, σε ένα παλιό κτίσμα στο πίσω μέρος του οικοπέδου, μπροστά σε μια αυλή με πηγάδι και συκιά.

Στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4, εκεί δηλαδή όπου φιλοξενούνται σήμερα συλλογές του ΕΛΙΑ, ακριβώς απέναντι από το κεντρικό του κτήριο, ο δικηγόρος Γ. Αναστασόπουλος είχε το γραφείο του και ο τμηματάρχης της Εθνικής Τράπεζας Ηλίας Γκιών την οικία του.

Η οδός Αδριανού έχει πολλά μαγαζιά και κατοικίες, οι οποίες «στο πίσω μέρος διαθέτουν εσωτερικές και ευρύχωρες αυλές. Οι περισσότερες κατοικίες είναι μικρόσπιτα μονώροφα ή διώροφα με το χαρακτηριστικό τους τζαμωτό χαγιάτι ή δωμάτια στη σειρά και αποτελούν τις οικίες των ανθρώπων, των εμπόρων του παζαριού και των υπαλλήλων».[16] Ο δρόμος αυτός έχει «αρκετό πράσινο: κυπαρίσσια, πλάτανοι και φοίνικες, ενώ οι αυλές είναι γεμάτες με λουλούδια, κατακόκκινες ροδοδάφνες και τεράστιες μουριές. Οι κληματαριές είναι το καμάρι των κατοίκων και κάποιοι από αυτούς έχουν ακόμα το γαϊδαράκο τους, μερικές κότες και χήνες. Τα καλοκαιρινά βράδια, οι γυναίκες μαζεύονται γύρω από τους πλατάνους και τις μουριές για να κουβεντιάσουν. Εκεί τρώνε, εκεί ξεκουράζονται. Είναι οι γυναίκες της μεσαίας, φτωχής αθηναϊκής τάξης, που δεν μοιάζουν με τις αριστοκράτισσες που μένουν στα μεγάλα σπίτια με τους απέραντους κήπους της λεωφόρου Κηφισίας, αλλά ούτε με τις ρακένδυτες γυναίκες της Βάθειας και της Αγίας Τριάδας. Στην οδό Αδριανού συχνά περπατούν και ξένοι τουρίστες, κυρίως Άγγλοι αρχαιόφιλοι, που συχνά πιάνουν κουβέντα με τους ντόπιους».[17]

Τέλος, την οδό Αγίας Φιλοθέης τη χωρίζει από την Αδριανού ένα παλιό ψηλό κτήριο, αρκετά στενό, που η μία του πρόσοψη βρίσκεται επί της Φιλοθέης και η άλλη επί της Αδριανού. Εκείνη την εποχή, στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο μπακάλικο του Συκομαντρόπουλου, που πουλούσε κάθε είδους πραμάτεια και έμεινε αξέχαστο στους παλιούς κατοίκους της Πλάκας. Με το όνομα Συκομαντρόπουλου είναι ακόμα γνωστό αυτό το σημείο της περιοχής.[18]

 

Το οικόπεδο του ΕΛΙΑ τη δεκαετία του 1920

Το 1921, ανάμεσα σε αυτά τα κτήρια της οδού Αγίου Ανδρέου, το οικόπεδο στον αριθμό 5 διαθέτει δύο ισόγειες κατοικίες και μερικά παραπήγματα. Το 1922, στη μία από τις κατοικίες μένει ο Σπύρος Φανδρίδης, υπάλληλος της Τράπεζας της Ανατολής. Το 1923, η Άννα Λέκκα αγοράζει το μερίδιο του αδερφού της και έτσι γίνεται κάτοχος των 2/3 του οικοπέδου και των κατοικιών. Ένα χρόνο αργότερα, την Πέμπτη 3 Απριλίου 1924, στο συμβολαιογραφείο του Νικολάου Γεωργίου Αναστασάκη, που βρισκόταν στην οδό Πανδρόσου, οι αδερφές Μαρία Ταρσούλη (σύζυγος του Ιωάννη Ταρσούλη) και Άννα Λέκκα μεταβιβάζουν το οικόπεδο και τις εκεί κατοικίες στον Κίμωνα Γιαννόπουλο του Παναγιώτη, έμπορο, που διαμένει στην Αθήνα, στην οδό Ευαγγελιστρίας 18.

Το 1925, το οικόπεδο αλλάζει και πάλι χέρια. Σύμφωνα με την πράξη αγοραπωλησίας 9598/1925 πάλι του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη, το κτήριο το αγοράζει η Θεοδώρα Αντωνίου Μάτσα, το γένος Καμπά, μέλος της γνωστής οικογένειας των κτηματιών και μετέπειτα οινοπαραγωγών Καμπά. Συγκεκριμένα, ήταν κόρη του Αλέξανδρου Καμπά και της Κατρίν Μεταξά[19] και ανιψιά του Ανδρέα Καμπά, ιδρυτών της γνωστής οινοποιίας. Παντρεύτηκε τον Αντώνη Μάτσα, ο οποίος γεννήθηκε στη Χαλκίδα και καταγόταν από τη Μήλο, ήταν μηχανικός και αργότερα πολιτικός, ενώ δούλεψε στα ορυχεία βωξίτη της Σερίφου και στη βελγική εταιρεία που κατασκεύασε τον Ισθμό της Κορίνθου. Απέκτησαν δύο γιους, τον Κωστή και τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος Μάτσας, ο γνωστός λογοτέχνης και ποιητής, ήταν ο πατέρας της Ρωξάνης Μάτσα, που τώρα συνεχίζει την παράδοση της οικογένειας στην παραγωγή κρασιού.

Το τετραώροφο κτήριο, που γνωρίζουμε σήμερα ως ΕΛΙΑ, το οικοδόμησε η οικογένεια Μάτσα το 1925. Ήταν έργο του πολιτικού μηχανικού Ιωάννη Ιωαννίδη, «ένα αρχοντόσπιτο, πρωτοποριακό για την εποχή του, μία από τις πρώιμες πολυκατοικίες της Αθήνας και από την πρώτη γενιά των κτηρίων που κατασκευάστηκαν με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα».[20]

 Ο πολιτικός μηχανικός Ιωάννης Ιωαννίδης του Γεωργίου αποφοίτησε το 1907 από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Υπήρξε στρατιωτικός μηχανικός και νομομηχανικός δημοσίων έργων στο Υπουργείο Συγκοινωνίας (Τμήμα Δημοσίων Κτηρίων), ενώ ως ελεύθερος επαγγελματίας ανέλαβε πολλά δημοτικά και ιδιωτικά έργα. Το 1921 είχε το γραφείο του στην οδό Μερσίνης 4. Το 1922 συνεργάστηκε με τον πολιτικό μηχανικό Βρασίδα Πόγγη και έφτιαξαν το γραφείο τους στην οδό Σοφοκλέους 7. Από το 1929 ξεκίνησε να εργάζεται στην τεχνική εταιρεία Monks-Ulen Co στις Σέρρες.

Το βιογραφικό του πολιτικού μηχανικού Ιωάννη Ιωαννίδη, ο οποίος σχεδίασε και κατασκεύασε το κτήριο του ΕΛΙΑ (αρχείο Ελένης Φεσσά)

Η οικογένεια Θεοδώρας και Αντωνίου Μάτσα δεν κατοίκησε ποτέ στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Ρωξάνης Μάτσα και της κυρίας Θεοδώρας Νομικού, εξαδέλφης της πρώτης, σε συνδυασμό με καταχωρίσεις των οδηγών της εποχής, η οικογένεια αρχικά διέμενε στην οδό Μουρούζη, και από το 1925 στην οδό Μελεάγρου 3α, κοντά στον Βασιλικό Κήπο,[21] στο πατρικό σπίτι της οικογένειας. Η κυρία Θεοδώρα Νομικού μένει ακόμα εκεί. Το 2016, η κυρία Ρωξάνη Μάτσα δώρισε στο ΕΛΙΑ το αρχείο «Ανδρέας Καμπάς – Οινοποιητική», χωρίς να γνωρίζει ότι το κτήριο όπου θα φιλοξενηθεί το έφτιαξε η οικογένειά της.

Αρχικά, το κτήριο πήρε τον αριθμό 6, τότε ακόμα η αρίθμηση των δρόμων της Αθήνας ταλανιζόταν από διαρκείς και χαοτικές αλλαγές, μέχρι τελικά το 1930 να καταλήξει στην σημερινή της μορφή, οπότε και το εν λόγω κτήριο πήρε τον αριθμό 5.

 

Το κτήριο του ΕΛΙΑ από το 1928 ως το 1949. Οι πρώτοι κάτοικοι του κτηρίου

Το 1928, σε έναν από τους ορόφους του κτηρίου κατοικούν ο Κυριάκος Συγγρός και η σύζυγός του Ε. Συγγρού. Μια επαγγελματική κάρτα του Συγγρού, που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ, αποκαλύπτει την επαγγελματική του ιδιότητα (χημικός), ενώ οι διαφωτιστικές καταχωρίσεις των οδηγών του 1928 και της δεκαετίας του 1930 επιβεβαιώνουν ότι πράγματι το ζευγάρι διέμεινε στο κτήριο από το 1928 μέχρι το 1936. Το 1937 μετακόμισαν σε κατοικία στην οδό Θουκυδίδου 11, δίπλα στο σημερινό κεντρικό κτήριο του ΜΙΕΤ.

Carte de visite του Κυριάκου Συγγρού

Την ίδια εποχή, στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου 5 διέμεναν επίσης ο διοικητής ναυστάθμου Ν. Τούμπας, ο παραγγελιοδόχος Αχιλλέας Πυλίτσης και ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός έμπορος και επιχειρηματίας Μαρ. Μοδιάνο.[22] Στον τηλεφωνικό κατάλογο του 1936 υπάρχει καταχώριση για κάποιους αδελφούς Μοδιάνο, που διαθέτουν καλτσοβιομηχανία και διατηρούν πρατήριο στην Αθήνα στην οδό Πανδρόσου 3. Άραγε πρόκειται για μέλη της γνωστής οικογένειας Μοδιάνο που δραστηριοποιούνταν στην Θεσσαλονίκη ήδη από τον 19ο αιώνα;

Τέλος, ο Μάνος Χαριτάτος είχε την πληροφορία ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, το κτήριο το χρησιμοποίησε η νεολαία Μεταξά (ΕΟΝ), και μάλιστα τα μέλη της τοποθετούσαν σχοινί ανάμεσα στα κτήρια του 5 και του 4 για να παίξουν βόλεϊ. Λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραπάνω ένοικοι φεύγουν, ενώ οι νέοι που έρχονται παραμένουν στο κτήριο και μεταπολεμικά. Το κτήριο αποκτά θυρωρό, τον Αγκόπ, ο οποίος διαμένει με την οικογένειά στο υπόγειο από το 1937 ως το 1968.

Το 1936 και το 1937 στεγάστηκαν στο κτήριο τα γραφεία του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας, μαζί με το Δικαστικό Τμήμα, ενώ την ίδια περίοδο ο ζωγράφος Δημήτριος (Δήμος) Δήμας νοίκιαζε έναν χώρο του κτηρίου πιθανόν ως ατελιέ. Ο γνωστός ζωγράφος ήταν παντρεμένος με την κόρη του Ερνέστου Τσίλλερ, Ιωσηφίνα Δήμα-Τσίλλερ, επίσης ζωγράφο.

Το 1937 ο οίκος ραπτικής «Σοφί» της Σοφίας Παμφίλου μετακομίζει από την οδό Ακαδημίας 6 στον πρώτο όροφο του κτηρίου της Αγίου Ανδρέου 5, όπου η ιδιοκτήτρια σχεδιάζει, ράβει και δέχεται τις πελάτισσές για τα επόμενα δώδεκα χρόνια, δηλαδή ως το 1949.[23]

Στο κτήριο κατοικούσε, από το 1937 ως το 1946, ο Σταύρος Σαλαπάτας, ενώ μέχρι το 1949 ο κύριος Ιωσήφ Χασσίδ, καθηγητής πανεπιστημίου, νοίκιαζε κάποιους χώρους του κτηρίου, όχι όμως για κατοικία του. Το 1939 μένουν στο κτήριο ο παιδίατρος Σ. Ράντζος και κάποιος Γάτος,[24] ιδιοκτήτης ελαιώνων.

Ο δικηγόρος Σίμος Κυπαρίσσης διατηρούσε το γραφείο του στην οδό Σανταρόζα 5 από το 1937 ως το 1949. Κατά το ίδιο διάστημα κατοικούσε στον τρίτο όροφο (ρετιρέ) του κτηρίου επί της οδού Αγίου Ανδρέου 5 με τη Σκωτσέζα ή Αγγλίδα σύζυγό του, Νέλλη Κυπαρίσση. Έμειναν στο κτήριο περίπου μέχρι το 1960.

Από το 1946 ως το 1949 είχε εκεί τα γραφεία της η χημική και μεταλλευτική εταιρεία ΑΛΦΗ, σύμφωνα με τους καταλόγους συνδρομητών τηλεφωνίας της εποχής.

 

Η γειτονιά από το 1930 ως το 1949

Στην ευρύτερη γειτονιά, η Λέιλα Ισηγόνη μένει στην Αγίου Ανδρέου 1, ενώ ο παραγγελιοδόχος Αγάπιος Αλωνίτης, ο έμπορος Π. Τράκας και ο Χρήστος Αποστολίδης μένουν στην Αγίου Ανδρέου 2. Δεν βρέθηκαν στοιχεία για την κατοικία που ανήκε στον Φίνλεϋ στον αριθμό 7, δηλαδή αριστερά του ΕΛΙΑ. Το 1934, στον αριθμό 8,[25] σήμερα 6, το παλιό σπίτι με το πηγάδι δίνει τη θέση του στο κτήριο που βλέπουμε εκεί ακόμα. Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εμπορίου Ιωάννης Ιωάννου και η σύζυγός του Ουρανία Ιωάννου, επίσης δημόσιος υπάλληλος, αναθέτουν σε έναν αυστριακό πολιτικό μηχανικό να χτίσει μια κατοικία. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα κτήρια της Αθήνας που κατασκευάστηκε από μπετόν, ενώ το υπόγειό του διαμορφώθηκε σε καταφύγιο. Στους ονομαστικούς καταλόγους της εποχής φαίνεται ότι ζει στο κτήριο η οικογένεια του Αντώνη Δεσποτίδη, συγγενικό πρόσωπο του Ιωάννη Ιωάννου. Αργότερα μένει εκεί η οικογένεια του γιου του Δεσποτίδη, Μίμη Δεσποτίδη, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον καθοδηγητή της ΕΠΟΝ Αθήνας· ήταν γνωστός με το επαναστατικό ψευδώνυμο «Πέτρος», «ο άνθρωπος που δεν έγραψε τίποτα, αλλά επηρέασε τόσους πολλούς ανθρώπους». Ο Μίμης Δεσποτίδης ήταν συνιδρυτής (μαζί με τον Θοδωρή Μαλικιώση) των εκδόσεων Θεμέλιο και φίλος του Φίλιππου Ηλίου. Ο τελευταίος ήταν στενός συνεργάτης του ΕΛΙΑ και δημιουργός της Ελληνικής βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα, θεμέλιο της οποίας αποτελεί η συλλογή βιβλίων του 19ου αιώνα στο ΕΛΙΑ. Στο ίδιο κτήριο με την οικογένεια Δεσποτίδη έμεναν ακόμα ο στραγαλοποιός Κλεάνθης Καββαδίας, ο εμποροϋπάλληλος Δ. Πατσόπουλος, ενώ η μοδίστρα Κ. Βαρδουλάκη έζησε και εργάστηκε εκεί το 1939. Εξακολουθεί βέβαια να διαμένει εκεί η οικογένεια Ιωάννου (1921–1949), στην οποία ανήκει το κτήριο.

Στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4, που οικοδομήθηκε λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έμελλε να γίνει το δεύτερο κτήριο στον ίδιο δρόμο που φιλοξενεί τμήματα του ΕΛΙΑ, πρωτοκατοίκησε η Π.Ζ. με την οικογένειά της από το 1940 ως το 1951. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης της, η οικογένεια μετακόμισε στο ρετιρέ λίγο πριν από τον πόλεμο, λόγω της ύπαρξης του καταφυγίου στην Απόλλωνος. Το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4 έχει μια σκάλα στην πίσω πλευρά, που επικοινωνεί με το φωταγωγό της μεγάλης πολυκατοικίας στην Απόλλωνος. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιούσαν τον μικρό διάδρομο που ξεκινούσε από εκείνο το σημείο για να βγουν στο υπόγειο της πολυκατοικίας, δηλαδή στο καταφύγιο. Ο Κωνσταντίνος Κυρίμης, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας του βιβλίου Τα καταφύγια της Αττικής, επισημαίνει ότι «πρόκειται πιθανότατα για καταφύγιο εκ κατασκευής και όχι εκ διασκευής».[26]

Η πρόσβαση στο καταφύγιο από το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4

Η είσοδος του καταφυγίου και λήψεις από το εσωτερικό του

Από το 1946 ως το 1954 διέμενε επίσης ο μικροβιολόγος Σπυρίδων Βραχλιώτης-Μπότης στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4, και μάλιστα στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το Πωλητήριο του ΕΛΙΑ. Στα δωμάτια του υπογείου ακριβώς από κάτω, που επικοινωνούν με μια στενή ξύλινη σκάλα, η οποία βρίσκεται σε χρήση μέχρι σήμερα, ζούσε η κυρία που τον φρόντιζε. Στην άλλη πλευρά του ισογείου, όπου σήμερα στεγάζεται η συλλογή εφημερίδων, λειτουργούσε ένα ραφείο, ενώ η οικογένεια Μωραΐτη, δηλαδή «η κυρία Βάσω με τα τρία της παιδιά», δύο αγόρια, τον Λάκη και τον Γιώργο, και ένα κορίτσι, «που δεν θυμάται κανείς το όνομά της», έμενε στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Τέλος, αρκετές μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής αναφέρουν ότι κάποιο πρόσωπο αυτοκτόνησε πέφτοντας από αυτό το κτήριο.

Τα κτήρια στους αριθμούς 1 και 3 αντικαταστάθηκαν από το γωνιακό κτήριο της Αγίου Ανδρέου 1-3, που οικοδομήθηκε γύρω στο 1930. Πρόκειται για την εντυπωσιακή οικία του Αμβρόσιου Ντεπιάν, αδερφού του διάσημου χορευτή και πρώτου διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Λεωνίδα Ντεπιάν. Σύμφωνα με μαρτυρία της κυρίας Μάρως Καμπούρη, συζύγου του Γιώργου Λαζάνη (Θέατρο Τέχνης Κουν), εγγονής του Αμβρόσιου Ντεπιάν, η οποία γεννήθηκε και έζησε εκεί ως το 1960, στο ρετιρέ του κτηρίου φιλοξενήθηκαν για κάποιο διάστημα τα μπαλέτα της Δώρας Στράτου. Εκεί διατηρούσε το οφθαλμιατρείο του ο Κωνσταντίνος Κορύλος, ενώ απέναντι από την αυλή του κτηρίου έμενε ένας τυπογράφος, συγγενής των Κορύλων. Στο ίδιο κτήριο κατοικούσε επίσης ο φωτογράφος Λάζαρος Χουμενίδης, ενώ στη γειτονιά λειτουργούσαν πολλά ραφτάδικα. Για παράδειγμα, εκτός από τη «Σοφί» και το ραφείο της Βαρδουλάκη, ο οίκος μόδας Μαρίας Γούδα στεγαζόταν στο ισόγειο αυτού του κτηρίου από το 1949. Στο κτήριο του 6 δεν σημειώνονται αλλαγές, μονάχα κάποιος γραμματέας Π. Πλαστήρας νοικιάζει διαμέρισμα εκεί. Στην οδό Αγίου Ανδρέου 7α, που εντωμεταξύ έχει οικοδομηθεί, κατοικεί κάποιος Γεώργιος Τριάντης από το 1946 ως το 1949. Τέλος, επί Κατοχής το κτήριο στη γωνία Αγίου Ανδρέου και Αδριανού 77 είχε μετατραπεί σε ιταλική καραμπινιερία (φυλακή).

 

Το κτήριο του ΕΛΙΑ από το 1950 ως το 1975

Το 1950, το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 5 περιήλθε στην κυριότητα του Μιχαήλ Δένδια, καθηγητή διοικητικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρύτανη στη συνέχεια (1952–1953), καθώς και υπουργού βιομηχανίας στην κυβέρνηση Στυλιανού Μαυρομιχάλη (1963). Ο Μιχαήλ Δένδιας, με τη σύζυγό του Μαρία και τα δυο τους παιδιά, φαίνεται να διαμένουν στο δεύτερο όροφο του κτηρίου από το 1948, πριν δηλαδή το αγοράσει η οικογένεια.

Ο κύριος Αθανάσιος Δένδιας, γιος του Μιχαήλ και της Μαρίας Δένδια, γνωστός δικηγόρος που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σημειώνει ότι η οικογένεια διέμενε στον δεύτερο όροφο και στο ρετιρέ ως το 1969. Στο κτήριο θυμάται επίσης τις οικογένειες Παγώνη, Βιτάλη καθώς και την οικογένεια του αρμένικης καταγωγής θυρωρού Αγκόπ. Διατηρεί επίσης στη μνήμη του τη μοναδική θέα του Βράχου της Ακρόπολης από το ρετιρέ, όπου υπήρχε πλυσταριό και αποθήκες, καθώς και τον εντυπωσιακό τεράστιο αμφορέα σε σιδερένια βάση στην είσοδο του κτηρίου, στο μεγάλο πλατύσκαλο δίπλα στην κεντρική σκάλα, που οδηγεί στους ορόφους. Ο αμφορέας εντοπίστηκε κατά τη θεμελίωση του κτηρίου το 1925, ενώ η Αρχαιολογική Υπηρεσία τον έλεγξε πολλές φορές από τότε, αλλά δεν τον απομάκρυνε ποτέ. Από τη μετακόμιση της οικογένειας Δένδια και μέχρι την πώληση του ακινήτου, ο αμφορέας παρέμεινε εκεί «και δεν γνωρίζουμε τι απέγινε έκτοτε». Το ίδιο ισχύει και για αρκετά κουτιά με φωτογραφίες και άλλο υλικό σχετικό με το κτήριο, που η οικογένεια είχε αφήσει στο ρετιρέ.

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 γίνεται γνωστό στην Αγίου Ανδρέου και στην οικογένεια Δένδια με τη σύλληψη του γείτονα Μίμη Δεσποτίδη. Εκείνο το πρωινό «τα παιδιά δεν πήγαμε σχολείο», λέει ο κύριος Δένδιας.

Η θέα από το ρετιρέ του ΕΛΙΑ

Η Μαριάννα Παγώνη, μικρό κοριτσάκι τότε, μένει με την οικογένειά της στο ισόγειο του κτηρίου από το 1959 ως το 1961. Η Νίκη Παγώνη, μητέρα της Μαριάννας, είχε γνωστό οίκο γυναικείας μόδας της εποχής εκείνης και δεχόταν παραγγελίες μέχρι και από τα Ανάκτορα. Μάλιστα διατηρούσε το ατελιέ της, όπου εργάζονταν 10 κοπέλες, στον χώρο όπου σήμερα είναι τοποθετημένα τα βιβλία λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ο Τάσος Παγώνης, πατέρας της Μαριάννας, ίδρυσε το 1933 τον γνωστό οίκο γραβατών Παγώνη. Στην αρχή, οι γραβάτες Παγώνη βρίσκονταν στα καλύτερα καταστήματα των Αθηνών. Αργότερα, ο Τάσος Παγώνης άνοιξε το πρώτο κατάστημα αποκλειστικά για γραβάτες με την επωνυμία «Οίκος Γραβατών Παγώνη» στην Πλατεία Συντάγματος, Φιλελλήνων 3. Αρχικά μόνος του και μετά τον πόλεμο με μόνιμη συνεργάτιδα τη γυναίκα του Νίκη, «δημιουργούσε τη γραβάτα από το σχέδιο, παρήγε το ύφασμα και την έραβε με το χέρι. Αποτέλεσμα, η γραβάτα Παγώνη να γίνει μόδα και να αποκτήσει μεγάλη φήμη και στο εξωτερικό».

Εκείνη την περίοδο παραμένει ακόμα στο υπόγειο η οικογένεια του θυρωρού. «Ο θυρωρός λέγεται Αγκόπ και είναι αρμένικης καταγωγής. Η όμορφη γυναίκα του είναι η Δόμνα, και έχουν δύο κόρες, την Ιωάννα και την Καίτη».[27]

«Ένα τμήμα του υπογείου νοικιάζεται ως αποθήκες, ενώ στον πρώτο όροφο μένει συμπτωματικά μια εξαδέλφη του Τάσου Παγώνη με τον σύζυγό της, υπάλληλο στη Siemens, και τα δύο παιδιά τους. Στον δεύτερο όροφο μένει φυσικά η οικογένεια Δένδια με τους δύο γιους τους. Στο ρετιρέ διαμένει μια γυναίκα, η οποία ένα πρωινό του 1961 αυτοκτονεί, πέφτοντας από την ταράτσα του ρετιρέ στο κενό». Η Μαριάννα Παγώνη υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Η Μαριάννα Παγώνη θυμάται φυσικά τον αμφορέα, αλλά και τα ασπρόμαυρα τετράγωνα πλακάκια του δαπέδου, που ακόμα υπάρχουν σε διάφορα σημεία του κτηρίου. Θυμάται επίσης το λαμπερό δρύινο πάτωμα με την τριγωνική τοποθέτηση στα δωμάτια του διαμερίσματός τους – έτσι παραμένει και σήμερα – και τα πρασινωπά πλακάκια της κουζίνας με τους μαρμάρινους νεροχύτες.

Τα ασπρόμαυρα πλακάκια, όπως ακριβώς τα θυμάται η κυρία Παγώνη, διατηρούνται μέχρι σήμερα

 Συνεχίζει: «Στο σημείο όπου είναι σήμερα το ασανσέρ υπήρχε μια μικρή πορτούλα. Ανέβαινες μερικά σκαλοπάτια και βρισκόσουν στο πατάρι, που δεν ήταν τίποτα άλλο από το δωμάτιο υπηρεσίας. Στην πρόσοψη είχε παράθυρα και με την αδερφή μου δίναμε από εκεί θεατρικές παραστάσεις. Μια άλλη πόρτα οδηγούσε στην κουζίνα. Μια σκάλα που ξεκινούσε από εκεί πήγαινε στο κελάρι του σπιτιού, δηλαδή σε ένα μέρος του υπογείου, ενώ από ένα άλλο σημείο της κουζίνας μια ξύλινη πόρτα σε οδηγούσε σε μια σιδερένια σκάλα, που κατέβαινε στην αυλή. Εκεί βγάζαμε τα καλοκαίρια καρέκλες και τραπέζια και καθόμασταν ανάμεσα στις γλάστρες με τα λουλούδια.

»Οι πόρτες των διαμερισμάτων μας ήταν πάντα ανοιχτές, και εμείς τα παιδιά πηγαινοερχόμασταν από το ένα διαμέρισμα στο άλλο. Όλοι καλοί άνθρωποι… Κάναμε πολλή παρέα μεταξύ μας… Μάλιστα, όταν η μεγάλη κόρη του θυρωρού, η Ιωάννα, παντρεύτηκε, έγινα παρανυφάκι στον γάμο της.

»Κάναμε μεγάλες γιορτές και τα σαλόνια – εκεί όπου σήμερα είναι το αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης και ο μεγάλος προθάλαμος, κάτω από το παράθυρο του ήταν και το τζάκι του σπιτιού – γέμιζαν με ροτόντες για τον κόσμο που θα ερχόταν. Παιδικά πάρτι γενεθλίων και ένα σωρό άλλα! Ήταν μια ήσυχη γειτονιά… με καλές οικογένειες… Το αγάπησα πολύ αυτό το σπίτι!».

Το τζάκι κάτω από το παράθυρο του προθαλάμου άλλοτε και όπως είναι σήμερα

Το 1961, όταν η οικογένεια Παγώνη φεύγει, στο ισόγειο μετακομίζει η οικογένεια του εμπόρου Πέτρου Βιτάλη, που έχει δυο κόρες. Η μία από τις δύο, η μικρή Ιωάννα, παίζει στον δρόμο, που ακόμα τότε δεν είχε πεζοδρομηθεί, με τη συνομήλική της Βιργινία, την κόρη του Μίμη Δεσποτίδη, που μένει μέχρι σήμερα στο κτήριο της Αγίου Ανδρέου 6, το οποίο ανήκει στην οικογένειά της, όπως αναφέρθηκε. Πριν από μερικά χρόνια επισκέφτηκε τη Βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ μία κυρία – δυστυχώς δεν κρατήσαμε τα στοιχεία της – που μας είπε ότι έμενε εδώ από το 1961 ως το 1975 περίπου. Μας περιέγραψε πώς ήταν το ισόγειο και μας είπε ότι σε ένα σημείο του αναγνωστηρίου, όπου βρίσκονται σήμερα τα γραφεία του προσωπικού της βιβλιοθήκης, ήταν το γραφείο του πατέρα της.[28] Εικάζουμε ότι πρόκειται για μία από τις κόρες του Πέτρου Βιτάλη.

Η κυρία Δεσποτίδη θυμάται επίσης ένα μεγαλύτερο κορίτσι, ονόματι Άννα, να πηγαινοέρχεται με ένα βιβλίο στο χέρι και να διαβάζει για εξετάσεις στο μπαλκονάκι του πρώτου ορόφου του κτηρίου, ενώ μας πληροφορεί ότι η μητέρα της ασχολούνταν με τη ραπτική.

 

Η γειτονιά από το 1950 ως το 1975

Κατά την περίοδο αυτή, η μικρή γειτονιά της Αγίου Ανδρέου θεωρείται «κανονική», μεσοαστική γειτονιά της εποχής. Οι κάτοικοι είναι πολλοί και επιλέγουν τα μαγαζιά και τα καταστήματα της γειτονιάς τους για να κάνουν τις αγορές τους. Ένα χασάπικο λειτουργεί στην Αγίας Φιλοθέης στο ύψος της Αρχιεπισκοπής. Στην κάτω πλευρά του δρόμου, αφού διασχίσουμε την Απόλλωνος, στο γωνιακό κτήριο με την κυκλική πρόσοψη λειτουργεί ένα μπακάλικο που έκλεισε τελευταίο στην περιοχή, ενώ κάποια εστιατόρια ανοίγουν. Ένα ξυλουργείο υπήρχε και σώζεται ακόμα στη γωνία Απόλλωνος και Αγίας Φιλοθέης, ενώ το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς λειτουργούσε στο τέρμα της Αγίου Ανδρέου, επί της Αδριανού, και παραδίπλα υπήρχε ένα φαρμακείο. Στη άλλη γωνία, Αγίου Ανδρέου και Αδριανού, λειτούργησε ένα εστιατόριο και δίπλα υπήρχε το ποδηλατάδικο του Μπαλτζόγλου, που ανοίγει το 1930 και μετατρέπεται σε παιχνιδάδικο το 1950 υπό τον ίδιο ιδιοκτήτη. Λειτουργεί μέχρι το 1970, δηλαδή ολόκληρη την περίοδο, κατά την οποία αυτό το τμήμα της Αδριανού, όπου καταλήγει η Αγίου Ανδρέου, ήταν πιάτσα παιχνιδιών, και τα Χριστούγεννα γινόταν το αδιαχώρητο. Λίγο μετά την Αγίου Ανδρέου διατηρούσε κατάστημα η Ελ Γκρέκο, ενώ επί της Αγίας Φιλοθέης λειτουργούσε το κατάστημα «Νοσοκομείο για Κούκλες»!

Το ποδηλατάδικο του Μπαλτζόγλου το 1949

Εντωμεταξύ, στην Αγίου Ανδρέου 4 οι κάτοικοι έχουν φύγει, και οι όροφοι του κτηρίου έχουν νοικιαστεί κυρίως από βιοτεχνίες εκκλησιαστικών ειδών. Επεξεργάζονται μέταλλα – ο χαρακτηριστικός ήχος αντηχεί ακόμα στα αυτιά των παλιών κατοίκων της γειτονιάς. Λειτουργούν επίσης αρκετά ξυλουργεία και ραφεία, ενώ στον πρώτο όροφο του κτηρίου της Αγίου Ανδρέου 1 έχει μετακομίσει το βεστιάριο της Δώρας Στράτου, το οποίο την προηγούμενη δεκαετία βρισκόταν στο ρετιρέ του ίδιου κτηρίου.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ως το 1986, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά. Οι κάτοικοι συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τα παλιά σπίτια της περιοχής, τα παιχνιδάδικα κλείνουν, και τα πρώτα τουριστικά καταστήματα κάνουν δειλά την εμφάνισή τους. Το 1977, η άλλοτε καραμπινιερία (Αδριανού 77 και Αγίου Ανδρέου) μετατρέπεται στο θρυλικό ροκ μαγαζί Remember.[29] Στην ακριβώς απέναντι γωνία της Αγίου Ανδρέου, οι αποθήκες της Πειραϊκής Πατραϊκής γίνονται εστιατόριο.

Remember, η πρόσοψη στην οδό Αδριανού λίγο προτού κλείσει το μαγαζί, το 2018

 

Το κτήριο από το 1975 ως σήμερα

Ο θυρωρός και η οικογένεια του έχουν εγκαταλείψει το υπόγειο από το 1968, σύμφωνα με τον κύριο Αθανάσιο Δένδια, και την επόμενη χρονιά η οικογένειά του μετακομίζει κι αυτή από το κτήριο. Από την 1η Μαρτίου 1979, η εταιρεία Α. Π. Γρηγοριάδης και Σία (πρώην Ε. Ε. Εμμ. Σκαρέντζος και Σία), εκπρόσωπος της Πειραϊκής-Πατραϊκής, νοικιάζει το υπόγειο και το μετατρέπει σε χώρο αποθήκευσης και πώλησης ρεταλιών «με το κιλό». Στον δεύτερο όροφο έχει τις εγκαταστάσεις του το εργοστάσιο δερμάτινων ειδών DERMA και η εταιρεία ταξιδιωτικών ειδών, τσαντών και σχολικών DERMOSAC των Γ. Παπαγιαννόπουλου και Γ. Σκούρα.

Στο διαμέρισμα του ισογείου του κτηρίου φιλοξενείται η εταιρεία του Πέτρου Βιτάλη με την επωνυμία COMMERCE, που ιδρύθηκε το 1945 (αρχικά με την επωνυμία Π. Βιτάλης).[30] Ο Πέτρος Βιτάλης νοίκιαζε τον χώρο από τις 20 Νοεμβρίου 1961 ως κατοικία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Το 1968 μετονόμασε την εταιρεία σε COMMERCE Π. Βιτάλης & ΣΙΑ OE (με κύριο αντικείμενο την εμπορία βιομηχανικών εργαλείων, μηχανημάτων και εξαρτημάτων, καθώς και πλαστικών φιλμ και φύλλων από πολυμερή υλικά) και τη στέγασε στην Πλάκα, στον ισόγειο όροφο της Αγίου Ανδρέου 5. Η οικογένειά του μετακόμισε το 1975, και ο χώρος έγινε επαγγελματικός, ενώ από το 1984 λειτουργούσε ως αποθήκη. Η κόρη του, κυρία Ιωάννα Βιτάλη Βαξεβανάκη, έχει αναλάβει από το 1985 τη διεύθυνση της εταιρείας, η οποία εδρεύει στον Πειραιά.

Ο Μιχαήλ Δένδιας πεθαίνει το 1977, οπότε κληρονόμοι του κτηρίου γίνονται η σύζυγος του Μαρία Δένδια και τα δύο τους παιδιά Αθανάσιος και Χρήστος. Ο κύριος Αθανάσιος Δένδιας δεν επιθυμούσε να πουλήσει η οικογένειά του το κτήριο. Σκόπευε να το ανακαινίσει και να μείνει σε αυτό ο ίδιος με την οικογένειά του. Ωστόσο, για διάφορους λόγους, αυτό δεν ήταν εφικτό, και το κτήριο πουλήθηκε σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή. Μέχρι το 1988 περίπου, επισκεπτόταν το κτήριο για να παραλάβει αλληλογραφία, που μέρος της ακόμα ερχόταν εκεί. Ο αμφορέας δεν είχε ακόμα μετακινηθεί.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στη μνήμη των κατοίκων του κτηρίου έχει εντυπωθεί το αγγείο που βρέθηκε στη θεμελίωση το 1925 και σωζόταν εκεί ως το 1988, ενώ είκοσι δύο χρόνια πριν περιέλθει στο ΕΛΙΑ το κτήριο, ο Μάνος Χαριτάτος σχεδίασε ως σύμβολο του ΕΛΙΑ ένα αγγείο.

Ο αμφορέας στο πλατύσκαλο του ισογείου μπροστά από τη κεντρική είσοδο του ΕΛΙΑ, όπως τον θυμούνται οι κάτοικοι του κτηρίου. Παραμένει αδιευκρίνιστο αν πρόκειται για αρχαίο αγγείο ή αντίγραφο. Το σχήμα του παραπέμπει σε λήκυθο ή λουτροφόρο.

Έτσι λοιπόν, με το υπ’ αριθμόν 11703/31-12-1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα-Παναγάκη και σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμόν 11789/4-2-1987 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου, το κτήριο στην οδό Αγίου Ανδρέου 5 περιέρχεται στο σωματείο με επωνυμία Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.

Το ΕΛΙΑ λοιπόν απέκτησε ιδιόκτητη στέγη στην Πλάκα το 1986, στην οδό Αγίου Ανδρέου 5. Η αγορά του κτηρίου πραγματοποιήθηκε από τους Μάνο Χαριτάτο και Δημήτρη Πόρτολο.[31] Ένας νέος αγώνας δρόμου ξεκινούσε με στόχο να βρεθούν τα χρήματα για την αναπαλαίωση του κτηρίου, το οποίο βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι μέρος του ισογείου και του ρετιρέ ήταν καμένα. Πράγματι, ο συνιδρυτής του ΕΛΙΑ Δημήτρης Πόρτολος επιβεβαιώνει το γεγονός, σημειώνοντας ότι η φωτιά είχε ξεκινήσει από το ισόγειο, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το ασανσέρ, και ανέβαινε προς τα πάνω σαν κάθετη στήλη.

Oι εταιρείες DERMA, DERMOSAC, COMMERCE, σύμφωνα με τους αντίστοιχους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, φαίνεται να παραμένουν στο κτήριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1988, οπότε γίνεται και η αίτηση διακοπής της παροχής. Στη συνέχεια, ο Πέτρος Βιτάλης και ο Α. Π. Γρηγοριάδης ανταλλάσσουν εξώδικα με το ΕΛΙΑ, τα οποία καταλήγουν σε αγωγές, καθώς φαίνεται ότι δεν συμφωνούν στο μίσθωμα των ορόφων. Το κτήριο τελικά αδειάζει στα τέλη του 1988. Στις 12 Ιανουαρίου 1989, ο πρώτος λογαριασμός (τηλεφώνου) εκδίδεται υπό την επωνυμία Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου.

Εντωμεταξύ, ο Μάνος Χαριτάτος δέχεται δεκάδες οικονομικές προσφορές από αρχιτεκτονικά γραφεία και προσπαθεί να βρει χρηματοδότες για την αποκατάσταση του κτηρίου. Στέλνει επιστολές, σχεδιάζει ένα φυλλάδιο για να ενημερώσει το ευρύτερο κοινό για την ανάγκη συγκέντρωσης χρημάτων, ώστε να αναστηλωθεί το κτήριο, που έχει κηρυχθεί διατηρητέο από τις 24 Οκτωβρίου 1980. Η απόφαση αυτή ανανεώνεται στις 4 Αυγούστου1986 (ΦΕΚ 720/τ. Β/23-10-8): «το κτήριο στην οδό Αγίου Ανδρέου 5 στην Αθήνα χαρακτηρίζεται ως έργο τέχνης που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία […], γιατί παρουσιάζει ιδιαίτερη, ενδιαφέρουσα μορφολογία. Είναι τριώροφο με ισόγειο και δώμα. Στην όψη παρουσιάζει εκλεκτικιστικά στοιχεία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως: τα φουρούσια και οι γεισίποδες, οι οριζόντιες ταινίες χαραγμένες στο επίχρισμα, το γείσο στην επίστεψη. Ενδιαφέρουσες είναι οι ψευδοπαραστάδες που πλαισιώνουν τα ανοίγματα του κτηρίου και η ζωφόρος στην επίστεψη. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, το καθένα χωριστά αλλά και στο σύνολό τους, συνθέτουν την έννοια του έργου τέχνης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1469/50». Τέλος, το 1989 ζητείται άδεια λειτουργίας του κτηρίου ως πολιτιστικού χώρου, η οποία κατοχυρώνεται το 1991, όπως βεβαιώνει πρωτοκολλημένη επιστολή από το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., γραφείο Περιοχής Πλάκας (17 Ιουλίου 1991).

Οι προσπάθειες για συγκέντρωση χρημάτων συνεχίζονται. Ο Μάνος Χαριτάτος, με βάση τις προσωπικές του σημειώσεις που φυλάσσονται στο αρχείο σχετικά με το κτήριο, κάποια στιγμή απευθύνεται σε τράπεζες για να καλύψει τα έξοδα αποκατάστασης του κτηρίου με δάνειο. Αφορμή φαίνεται ότι στάθηκε ένα άρθρο στο περιοδικό Αρχαιολογία 16 (Αύγουστος1985), το οποίο του στέλνει κάποιος φίλος: «Δάνεια για την αποκατάσταση παραδοσιακών κτιρίων. Νέοι όροι». Ο ίδιος κρατά τις δικές του σημειώσεις, κάνοντας υπολογισμούς. Παράλληλα σχεδίαζε τα δικά του πλάνα για την εσωτερική διαρρύθμιση του κτηρίου, τα οποία δεν απέχουν πολύ από τη μορφή που τελικά πήρε το κτήριο τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ως ΕΛΙΑ.

Η διαρρύθμιση του κτηρίου, όπως τη σχεδίαζε ο Μάνος Χαριτάτος

Σημειώσεις του Μάνου Χαριτάτου

Το άρθρο στο περιοδικό Αρχαιολογία 16 (Αύγουστος1985)

Ο κύριος Κώστας Καραδήμας, νέος αρχιτέκτονας τότε, βρίσκεται στο ξεκίνημα της καριέρας του. Μάλιστα, πριν ακόμα γίνει η μελέτη για το κτήριο, ένα καλοκαιρινό κυριακάτικο μεσημέρι, επιστρέφοντας από την παραλία με την οικογένεια του, έρχεται με το αυτοκίνητό του στην Πλάκα για να τραβήξει μερικές φωτογραφίες του κτηρίου, ώστε οι ιδρυτές του ΕΛΙΑ να μπορούν να το δείχνουν σε μελλοντικούς χρηματοδότες. Χάνει μάλιστα το πορτοφόλι του, που τελικά του το παραδίδει λίγες μέρες αργότερα μια γειτόνισσα, η οποία το βρήκε έξω από το κτήριο. Οι φωτογραφίες αυτές είναι και οι μοναδικές που υπάρχουν από το κτήριο εκείνης την εποχής.

Τον Ιούνιο του 1987, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Εταιρείας του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Μάνος Χαριτάτος και Δημήτρης Πόρτολος, καθώς και το αρχιτεκτονικό γραφείο Πάνου Ραυτόπουλου[32] και Κώστα Καραδήμα συναποδέχονται και υπογράφουν το συμφωνητικό για τη μελέτη της αποκατάστασης του κτηρίου. Μετά την έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΛΙΑ, η Ανάδοχος Κοινοπραξία Κωνσταντίνου-Δεληβοριά αναλαμβάνει το έργο.[33]

Το κτήριο την εποχή που αγοράστηκε από το ΕΛΙΑ

Η βεράντα του ρετιρέ όταν το κτήριο αγοράστηκε από το ΕΛΙΑ

Στην ομάδα για το έργο της αποκατάστασης του κτηρίου συμμετείχαν: οι αρχιτέκτονες μηχανικοί Κώστας Καραδήμας και Πάνος Ραυτόπουλος, οι οποίοι είχαν τη γενική επίβλεψη· οι έμπειροι πολιτικοί μηχανικοί Κρίτων Κωνσταντίνου και Ανδρέας Δεληβοριάς, καθώς και ο μηχανόλογος Γιάννης Ασκητόπουλος,[34] οι οποίοι συνέδραμαν αποφασιστικά στις κρίσιμες εργασίες για την υποστύλωση του κτηρίου, ώστε αυτό να μπορέσει να αντέξει το βάρος των συλλογών του ΕΛΙΑ.

Οι εργασίες ξεκινούν. Για τα επόμενα δυόμισι χρόνια, οι Μάνος Χαριτάτος και Δημήτρης Πόρτολος είναι παρόντες καθημερινά και για πολλές ώρες στο κτήριο, παρακολουθώντας από κοντά την εξέλιξη των εργασιών.

Έναρξη εργασιών αποκατάστασης του κτηρίου

 

«Το κτήριο ήταν μια έκπληξη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κύριος Κώστας Καραδήμας, καταξιωμένος αρχιτέκτονας σήμερα και καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. «Επρόκειτο για ένα κτήριο με βαριά εκλεκτικιστική όψη και εσωτερικά με την κλασική διάταξη της αρχαιοελληνικής οικίας. Διέθετε μεικτό σκελετό από λιθοδομή και σκυρόδεμα. Αποτελούσε δείγμα πρώιμης πολυκατοικίας, χωρίς όμως να έχει τα χαρακτηριστικά της πολυκατοικίας, όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τον Μεσοπόλεμο. Ο εξωτερικός έντονος διάκοσμος σε προετοίμαζε ότι θα υπήρχε και στο εσωτερικό αντίστοιχος, όπως για παράδειγμα ζωγραφιστά ταβάνια, πράγμα που τελικά δεν ίσχυε. Αυτό ωστόσο βοήθησε ώστε να έχουμε μια πιο εύκολη παρέμβαση στο κτήριο. Γενικά ήταν μια προσεγμένη κατασκευή, με μεγάλους χώρους και με μια εντυπωσιακή κεντρική σκάλα να ξεχωρίζει. Η μεγάλη δυσκολία ήταν πώς θα μπορούσε να γίνει λειτουργικό το κτήριο και να αναλάβει τα φορτία του εξοπλισμού και των συλλογών του ΕΛΙΑ, χωρίς να ενισχυθεί ο φέρων οργανισμός του κτηρίου, ώστε να παραμείνει ο προϋπολογισμός σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Έτσι προχωρήσαμε σε προσαρμογή της διάταξης του εξοπλισμού και περιορίσαμε τις βιβλιοθήκες στις θέσεις που μπορούσε ο φέρων οργανισμός του κτηρίου να αντέξει τα φορτία, πάνω από δοκούς, δίπλα σε τοίχους και στο δωμάτιο της πρώην κουζίνας, όπου η κατασκευή του επέτρεπε πολύ μεγαλύτερα φορτία. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που ένα μεγάλο τμήμα των αρχείων μεταφέρθηκε στο υπόγειο, όπου δεν υπήρχαν περιορισμοί φέρουσας ικανότητας των δαπέδων. Έτσι μόνο το κτήριο θα μπορούσε να γίνει λειτουργικό και πρακτικό για να εξυπηρετήσει τον νέο του ρόλο».

Η εντυπωσιακή κεντρική σκάλα του κτηρίου ανέπαφη, με την αρχική της σιδερένια διακόσμηση και τα μωσαϊκά (από τα πρώτα στην Αθήνα)

 

Ένα στοιχείο, ίσως το πιο σημαντικό, που αναφέρει ο κύριος Κώστας Καραδήμας είναι το γεγονός ότι, τόσο για τον ίδιο όσο και για όλους τους συνεργάτες, η αποκατάσταση του κτηρίου του ΕΛΙΑ «δεν ήταν μια απλή δουλειά». «Πολλά πράγματα γίνονταν με συναίσθημα και ενδιαφέρον. Η υποστήριξη ήταν μεγάλη, και ο στόχος του Μάνου Χαριτάτου και του Δημήτρη Πόρτολου είχε γίνει κοινός για όλους». Εξάλλου, για τα επόμενα είκοσι πέντε περίπου χρόνια, ο κύριος Κώστας Καραδήμας παρακολουθούσε συνεχώς το κτήριο αφιλοκερδώς. Ο ίδιος έχει πει ότι η σχέση του με το ΕΛΙΑ είναι «σχέση καρδιάς». Στον ίδιο επίσης οφείλεται το εντυπωσιακό σχέδιο της πρόσοψης του κτηρίου.

Το εντυπωσιακό σχέδιο της πρόσοψης διά χειρός Κώστα Καραδήμα

 

Αριστερά: Τα πατάρια που αντικαταστάθηκαν από τον ανελκυστήρα (σχέδιο του κτηρίου, όπως αυτό παραδόθηκε στο ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το γραφείο του προέδρου και της γραμματείας στο σχέδιο της προμελέτης για την αναστύλωση του κτηρίου

Η αρχική εκτίμηση των μηχανικών για την αποκατάσταση του κτηρίου άγγιζε τα 43.500.000 δρχ. Τελικά, η δαπάνη της ανακαίνισης καλύφθηκε από τη δωρεά του Ιδρύματος Ι. Φ. Κωστοπούλου στη μνήμη των γονιών του, καθώς και από τρεις δημοπρασίες έργων τέχνης που πραγματοποιηθήκαν στην Πινακοθήκη Πιερίδη. Τα έργα προσέφεραν καλλιτέχνες και φίλοι του ΕΛΙΑ, και οι δημοπρασίες απέφεραν συνολικά 50.000.000 δρχ., συνεισφέροντας ουσιαστικά στα έξοδα, που άγγιξαν τελικά το ποσό των 90.000.000 δρχ.

Δημοσίευμα για τις δημοπρασίες στην εφημερίδα Το Βήμα

Σε εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύονται δεκάδες άρθρα που αναφέρουν ότι το ΕΛΙΑ απέκτησε τη δική του στέγη και παρέχουν πληροφορίες για τη μελλοντική του μετακόμιση στο διατηρητέο κτήριο επί της Αγίου Ανδρέου 5, όταν αυτό ανακαινιστεί. Ο Μάνος Χαριτάτος λέει: «Με την απόκτηση στέγης δεν αλλάζει η φυσιογνωμία του ΕΛΙΑ, απλώς προσανατολίζεται καλύτερα στα ενδιαφέροντά του. Χωρίς στέγη ήταν τελείως αδύνατον να οργανωθεί το υλικό, ώστε να γίνει πραγματικά προσιτό… Μόνο αν οργανωθούμε άρτια θα μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε και τους ερευνητές ως άτομα και τα ερευνητικά κέντρα, πράγμα που αποτελεί τον κύριο στόχο μας και εντέλει τον λόγο ύπαρξής μας».

Το κτήριο εγκαινιάστηκε στις 30 Νοεμβρίου 1990 με έκθεση-αφιέρωμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο. «Ολόλευκο και καταφώτιστο το ανακαινισμένο νεοκλασικό κτήριο με ορθάνοικτα τα πράσινα παράθυρα του, δεχόταν τους φίλους του… Στα εγκαίνια παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του πολιτικού, διπλωματικού και πνευματικού κόσμου της χώρας. Όλοι θαύμασαν το ωραίο κτήριο. Παράλληλα δεν έκρυβαν τη χαρά τους που το Αρχείο απέκτησε στέγη. Βέβαια δεν παρέλειψαν να συγχαρούν τον πρόεδρο – ψυχή του ΕΛΙΑ, κ. Μάνο Χαριτάτο, ο οποίος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, καθώς το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα».[35]

Η πρόσκληση για τα εγκαίνια του κτηρίου (Νοέμβριος 1990)

Η τότε διαρρύθμιση του χώρου των 650 τ.μ. ήταν η εξής: υπόγειο – εφημερίδες και άλλο υλικό· ισόγειο – εκθεσιακοί χώροι· πρώτος όροφος – γραμματεία και αναγνωστήριο· δεύτερος όροφος – βιβλιοστάσια και γραφεία του προσωπικού· τρίτος όροφος (ρετιρέ) – αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και η υπέροχη βεράντα.

Με το πέρασμα του χρόνου, η διαρρύθμιση βέβαια αλλάζει εντελώς. Ο όγκος του υλικού επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. Τα βιβλιοστάσια επεκτείνονται στους εκθεσιακούς χώρους, ακόμα και στην αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου και γενικότερα οπουδήποτε υπάρχει κενός χώρος. Το αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης και των αρχείων λειτουργεί στο ισόγειο, ενώ αργότερα διαχωρίζονται. Συνεχείς αλλαγές και μετακομίσεις υλικού, μια διαδικασία που δεν σταματά ακόμα και σήμερα.

Ο διαρκής εμπλουτισμός των συλλογών του ΕΛΙΑ και η τήρηση των κανόνων σωστής φύλαξής τους κατέστησαν απαραίτητη την επέκταση των δραστηριοτήτων του στο απέναντι κτήριο, στην οδό Αγίου Ανδρέου 4. Το κτήριο παραχωρήθηκε από τη Ριζάρειο Σχολή με μακροχρόνια μίσθωση. Επισκευάστηκε και αποκαταστάθηκε πλήρως με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Σ. Νιάρχος – Δρακόπουλος. Τέλος, εξοπλίστηκε με χρηματοδότηση από το Γ΄ Κ.Π.Σ. και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Το 2009, το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ενσωματώνεται στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, ύστερα από πρόταση του τότε προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, κυρίου Τάκη Αράπογλου, και κατόπιν μιας διαδικασίας σχεδόν δύο ετών. Το κτήριο περνάει στην ιδιοκτησία του ΜΙΕΤ και αποτελεί το μοναδικό ακίνητο που του ανήκει.

Ήδη όμως έχουν περάσει είκοσι χρόνια από την αποκατάσταση του κτηρίου. Η συνεχής χρήση του, η συσσώρευση ολοένα περισσότερου υλικού, οι σεισμοί, οι καιρικές συνθήκες, η ηλικία του κτηρίου, που σε πέντε χρόνια θα γίνει εκατό ετών, δημιουργούν προβλήματα, ιδιαίτερα στο υπόγειο, γι’ αυτό και κρίνεται αναγκαία νέα παρέμβαση αποκατάστασής του. Τον Μάρτιο του 2015, το υπόγειο του κτηρίου αδειάζει. Μεγάλο μέρος της συλλογής των αρχείων, το σύνολο της συλλογής των εφημερίδων και μέρος της συλλογής των περιοδικών μετακομίζουν προσωρινά σε αποθηκευτικούς χώρους.

Το ΜΙΕΤ χρηματοδοτεί το έργο της αποκατάστασης, το οποίο αναλαμβάνει η εταιρεία Τζανέτος Κατασκευαστική με μεγάλη πείρα στα διατηρητέα κτήρια. Αντιμετωπίζονται τα προβλήματα υγρασίας, αλλάζουν οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ενώ εγκαθίσταται νέο σύστημα πυρασφάλειας στο υπόγειο, με πυρασφαλή διαμερίσματα. Επιπλέον, το υπόγειο εξοπλίζεται με ειδικές βιβλιοθήκες που ενισχύουν τη στατικότητα και την αντοχή του. Στο ισόγειο, το αναγνωστήριο αλλάζει όψη, καθώς δημιουργείται χώρος υποδοχής των ερευνητών της βιβλιοθήκης, αλλάζουν τα βιβλιοστάσια και ο χώρος μελέτης. Η διαδικασία κρατάει περισσότερο από έναν χρόνο, οπότε δίνεται η ευκαιρία στο ΕΛΙΑ να αναδιοργανωθεί. Το προσωπικό αποφασίζει να αναδιατάξει το υλικό. Στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο τοποθετούνται τα αρχεία, ενώ στο υπόγειο μεταφέρεται μέρος της συλλογής των εφημερίδων, διάφορες συλλογές βιβλίων και ολόκληρη η συλλογή των περιοδικών, που για πρώτη φορά ακολουθεί ενιαία αλφαβητική σειρά. Τα αρχεία των Παραστατικών Τεχνών από το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4 μετακομίζουν στο Μέγαρο Εϋνάρδου. Τα Λογοτεχνικά Αρχεία μεταφέρονται στην Αγίου Ανδρέου 4, και έτσι διευκολύνεται η αναδιοργάνωση στο κεντρικό κτήριο της Αγίου Ανδρέου 5.

Λίγους μήνες μετά, η πρόσοψη του κτηρίου αποκαθίσταται πλήρως με χρηματοδότηση της Εθνικής Τράπεζας. Το έργο αναλαμβάνει ξανά η Τζανέτος Κατασκευαστική, επαναφέροντας στην αρχική τους κατάσταση τους χρωματισμούς του κτηρίου και τη μορφολογία των διακοσμητικών στοιχείων. Λίγο αργότερα, με χρηματοδότηση μέσω ιδιωτικής χορηγίας, η ίδια εταιρεία επισκευάζει επίσης τη στέγη, που παρουσίαζε κυρίως προβλήματα στεγανότητας. Ταυτόχρονα, για να αντιμετωπιστεί η φυσική φθορά, εκπονήθηκε μελέτη αποκατάστασης του εσωτερικού του κτηρίου, η οποία εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής.[36]

Από το 1990, την πράσινη ξύλινη πόρτα του κτηρίου του ΕΛΙΑ την έχουν περάσει, αναζητώντας υλικό, χιλιάδες ερευνητές και επισκέπτες κάθε ηλικίας από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι μόνο την περίοδο 1992–1995 επισκέφτηκαν το ΕΛΙΑ 4.000 παιδιά, συμμετέχοντας σε έναν πρωτοποριακό για την εποχή εκείνη θεσμό του ΕΛΙΑ, τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Το κτήριο φιλοξενεί έναν τεράστιο αριθμό εντύπων κάθε είδους και αντικειμένων, τα οποία βρίσκουν τη θέση τους στις αντίστοιχες συλλογές.[37] Δέχεται ετησίως μεγάλο και μάλιστα αυξανόμενο αριθμό δωρεών, που εμπλουτίζουν το υπάρχον υλικό. Στους χώρους του έχουν πραγματοποιηθεί εκθέσεις και άλλες εκδηλώσεις, ενώ έχουν διεξαχθεί ποικίλα προγράμματα και δραστηριότητες. Παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια, οι 20 εργαζόμενοι με πολύ μεράκι και πολλή αγάπη φροντίζουν το ΕΛΙΑ σαν το σπίτι τους.

Σήμερα, εν έτει 2020, 40 χρόνια από την ίδρυση του ΕΛΙΑ και 10 από την ενσωμάτωσή του στο ΜΙΕΤ, η ιστορία συνεχίζεται…

 

 

Αντί επιλόγου

Τον Σεπτέμβριο του 2000 βρέθηκα για πρώτη φορά έξω από το κτήριο του ΕΛΙΑ στην οδό Αγίου Ανδρέου 5. Θα ξεκινούσα την πρακτική μου άσκηση ως τελειόφοιτη του Τμήματος Βιβλιοθηκονομίας. Κοντοστάθηκα βλέποντας το κτήριο και έκανα μερικά βήματα πίσω για να το θαυμάσω. Όταν χτύπησα το κουδούνι και πέρασα το κατώφλι του, ένιωσα σαν μικρό παιδί που τολμά να μπει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο για να ανακαλύψει ένα σωρό καινούργια πράγματα. Ήταν όλα όσα έβλεπα γύρω μου; Ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα και η ζεστή τους υποδοχή; Ό,τι κι αν ήταν, δεν γνώριζα τότε ότι το κτήριο αυτό, το ΕΛΙΟΣΠΙΤΟ, όπως το λέμε μεταξύ μας εμείς οι εργαζόμενοι, θα γινόταν το δεύτερο σπίτι μου, με ό,τι σημαίνει αυτό. Με τους συναδέλφους στη Βιβλιοθήκη – και όχι μόνο – έχουμε περάσει δεκάδες πρωινά και μεσημέρια, κυρίως όταν οι μυρωδιές μαγειρεμένου φαγητού από τα νοικοκυριά της γειτονιάς χτυπούν τα ρουθούνια μας, συζητώντας πώς μπορεί να ήταν το κτήριο πριν έρθει εδώ το ΕΛΙΑ. Ποιοι ζούσαν εδώ, πώς ήταν η γειτονιά; Ένα μεσημέρι, μια κυρία – πιθανολογούμε κάποια από τις κόρες του Πέτρου Βιτάλη – που έμενε στο κτήριο, μας επισκέφτηκε και μας ξενάγησε στο παλιό της σπίτι, δηλαδή στο ισόγειο του ΕΛΙΑ. Αυτό ήταν η αρχή. Πριν από έναν χρόνο, η τυχαία συνάντηση του σκηνοθέτη Φώτου Λαμπρινού, δωρητή και φίλου του ΕΛΙΑ, με μία κυρία – την κόρη του θυρωρού του κτηρίου από το 1940 ως το 1968 – που περνούσε έξω από το κτήριο, έγινε η αφορμή για να ψάξουμε την ιστορία του κτηρίου. Εφαρμόζοντας λοιπόν αυτό που μου έλεγε πολύ συχνά ο Μάνος Χαριτάτος, «όσο ψάχνεις, βρίσκεις», ξεκινήσαμε με όλη μας την καρδιά την προσπάθεια να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το υπέροχο αυτό κτήριο, όπου έχουμε την τύχη, όλοι εμείς στο ΕΛΙΑ, να εργαζόμαστε και εντέλει να ζούμε. Γιατί το κτήριο του ΕΛΙΑ, όπως και κάθε κτήριο, δεν είναι μόνο τοίχοι και παράθυρα. Έχει μια καλά φυλαγμένη ιστορία να μας διηγηθεί: τη ζωή των ανθρώπων που το χρησιμοποίησαν ως κατοικία, ως επαγγελματικό χώρο, ως ΕΛΙΑ σήμερα.

 

 

Ευχαριστίες

Το κείμενο αυτό δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς τη βοήθεια των συναδέλφων μου Παναγιώτη Τουρλή, Μαρίας Κοκολογιάννη, Κυριακής Αρβανιτάκη, Μαργαρίτας Παπαδοπούλου· διέτρεξαν για μήνες σελίδα-σελίδα τους εμπορικούς καταλόγους της εποχής καθώς και το αρχείο του κτηρίου και των δημοσιευμάτων του ΕΛΙΑ, χτύπησαν πόρτες στη γειτονιά και μίλησαν με τους κατοίκους, βρήκαν πληροφορίες από διάφορες πηγές. Ευχαριστώ επίσης: τη Σοφία Μπόρα, η οποία βρέθηκε στη συνάντηση της κόρης του θυρωρού με τον κύριο Φώτο Λαμπρινό και μας μετέφερε τις πρώτες πληροφορίες, ενώ μετά ανέλαβε και την επιμέλεια του κειμένου· τον Νίκο Ζύκα, που μετέφερε συζητήσεις του με τον κύριο Μάνο Χαριτάτο· τον Γιώργο Βαρτή, ο οποίος έτρεχε στις δημόσιες υπηρεσίες και όπου αλλού εντοπίζαμε υλικό για να μας το φέρει· τη Βενετία Χατζοπούλου, που βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση των δυσανάγνωστων χειρόγραφων συμβολαίων· την Αργυρώ Αγγελόπουλου και την Αλέκα Κωφού, που είχαν φροντίσει να οργανωθεί το αρχείο του Μάνου Χαριτάτου στο ΕΛΙΑ, κάνοντας ευκολότερη την πρόσβαση· και φυσικά την Αλεξάνδρα Χαριτάτου. Όλους στο ΕΛΙΑ τους ευχαριστώ όμως περισσότερο για τον ενθουσιασμό και τη χαρά που μοιραζόμασταν καθημερινά για τα νέα στοιχεία που ανακαλύπταμε.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω: τον συμβολαιογράφο Νικόλαο Γ. Αναστασάκη και τη γραμματέα του Αγγελική Παπαδάτου, που μας παρείχαν αντίγραφα των πρώτων συμβολαίων του κτηρίου, αλλά και για το ενδιαφέρον τους· τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου για τον εντοπισμό των συμβολαίων που σχετίζονται με το κτήριο μας· τα ΓΑΚ Σύρου για την άμεση και γρήγορη ανταπόκρισή τους – η εξυπηρέτησή τους ήταν υποδειγματική· τους ανθρώπους που σήμερα διατηρούν τις επιχειρήσεις τους (δερμάτινα είδη) και εργάζονται στον χώρο του καταφυγίου στην πολυκατοικία της οδού Απόλλωνος και με τόση ευγένεια και χαρά μας ξενάγησαν στον χώρο τους· τις κυρίες Ρωξάνη Μάτσα, Μάρω Καμπούρη, Μυρτώ Δημητροπούλου, Θεοδώρα Νομικού – οι πληροφορίες και η βοήθειά τους ήταν πολύτιμες· τον κύριο Κώστα Καραδήμα και την κυρία Φαίη Τζανέτου, αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς, που σχετίζονται άμεσα με την ιστορία του κτηρίου σε διαφορετικές χρονικές περιόδους· την κυρία Βιργινία Δεσποτίδη (ένα ολόκληρο απόγευμα μιλούσαμε στο τηλέφωνο), τον κύριο Γιώργο Μούντη και τον πατέρα του, κύριο Τάκη Μπαλτζόγλου, που φώτισαν την ιστορία της ευρύτερης γειτονιάς με τις αναμνήσεις τους και το υλικό που μας έδωσαν· τους κυρίους Φώτο Λαμπρινό και Νίκο Βατόπουλο, που με τις γνωριμίες τους μας πήγαν ένα βήμα παρακάτω· την κυρία Ελένη Εμμανουήλ Φεσσά, που εντόπισε τις πληροφορίες για τον πολιτικό μηχανικό Ιωάννη Ιωαννίδη, ο οποίος κατασκεύασε το κτήριο και για τον οποίο δεν γνωρίζαμε τίποτα πέρα από το όνομά του· τον κύριο Αθανάσιο Δένδια, τον τελευταίο ιδιοκτήτη και κάτοικο του κτηρίου, για τις αναμνήσεις του και την άμεση ανταπόκρισή του· την κυρία Μαριάννα Παγώνη, που ενώ την βρήκαμε σε μια πολύ δύσκολη προσωπική της στιγμή, με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό μοιράστηκε μαζί μας αναμνήσεις και υλικό από το αρχείο της· τις δύο κυρίες, που θέλησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους, αλλά η συνεισφορά τους υπήρξε όχι μόνο σημαντική, αλλά στάθηκε και η αφορμή για να ξεκινήσει αυτή η έρευνα· την κυρία Λύντια Τρίχα και την κυρία Μαρία Καΐρη· τον πατέρα Αναστάσιο, τον κύριο Γρηγόρη Σαχίνογλου και την κυρία Ιωάννα Κορδοπάτη και τους άλλους υπαλλήλους στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών για τη θερμή υποδοχή και τη βοήθειά τους· τέλος, τον κύριο Δημήτρη Πόρτολο για τις επισημάνσεις, τις πληροφορίες, αλλά κυρίως για τα καλά του λόγια και την ενθάρρυνση.

Το κείμενο αφιερώνεται στους ιδρυτές του ΕΛΙΑ, Μάνο Χαριτάτο και Δημήτρη Πόρτολο.

Μαρία Αρβανιτάκη, υπεύθυνη της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ.

 

Πηγές:

  • Συλλογή εμπορικών οδηγών ΕΛΙΑ
  • Βιβλία ΕΛΙΑ για τοπικά θέματα
  • Συλλογή Τύπου ΕΛΙΑ
  • Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ
  • Αρχείο κτηρίου ΕΛΙΑ
  • Αρχείο Μάνου Χαριτάτου
  • Αρχείο δημοσιεύσεων για το ΕΛΙΑ:
  • «Χωρίς στέγη το αρχείο, Ο Άργος του Τύπου της Ανατολής (31 Οκτωβρίου 1984).
  • «Λογοτεχνικό αρχείο ζητεί στέγη», Ο Άργος του Τύπου της Ανατολής (31 Οκτωβρίου 1985).
  • «Στέγη αποκτά το Λογοτεχνικό αρχείο. Το ΕΛΙΑ μεταφέρεται σε κτίριο στην Πλάκα αναπτύσσοντας νέα εκδοτική δραστηριότητα», Η Καθημερινή (14 Ιανουαρίου 1988).
  • «Πλακιώτικο αρχοντικό θα στεγάζει πολύτιμα αρχεία», Ταχυδρόμος (22 Σεπτεμβρίου 1988).
  • «Νέα στέγη για το ΕΛΙΑ», Η Καθημερινή (30 Νοεμβρίου 1990).
  • «Το νέον κτίριον του ΕΛΙΑ εις Πλάκαν», Εστία (1 Δεκεμβρίου 1990).
  • «Βρήκε στέγη η Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου», Ελεύθερος (29 Μαρτίου 1991).

 

Σημειώσεις

[1] Ανεξάρτητος (19 Μαρτίου 1979).

[2] «Μια ιδιωτική Ριζάρειος με 40.000 τόμους». Η Αλεξάνδρα Χαριτάτου θεωρεί λανθασμένη αυτή την πληροφορία.

[3] Οδηγός Ελλάδος Ιγγλέση 1928. Οδηγός τοπογραφικός και χιλιομετρικός Αθηνών-Ελλάδος.

[4] Αργότερα, για τις ανάγκες των συλλογών του ΕΛΙΑ, ενοικιάστηκαν στην ίδια γειτονιά τρεις αποθήκες και το κτήριο της Αγίου Ανδρέου 4, ακριβώς απέναντι από το κεντρικό κτήριο.

[5] Η Αθήνα είχε χωριστεί από το 1849 σε τέσσερα τμήματα.

[6] Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, Οι συνοικίες των Αθηνών. Η πρώτη επίσημη διαίρεση (1908). Ονομασία, αρίθμηση και πινακίδες οδών, Αθήνα: Μένανδρος, 2018.

[7] Αυτό ήταν το όνομα της συνοικίας από την Πλατεία Μητροπόλεως και κάτω. Ο ναός του Αγίου Ελευθερίου αρχικά ήταν αφιερωμένος στην Παναγία Γοργοεπήκοο.

[8] Για τη μοναδική καταχώριση σχετικά με το «Λουτρό του Ροδακιού», βλ. Γεώργιος Σωτηριάδης, Οδηγός των Αθηνών. Ήτοι περιγραφή των μνημείων της αρχαίας και νέας πόλεως και των εν τοις μουσείοις αρχαιοτήτων κατά το γερμανικόν του Baedeker, Αθήναι: Κάρολος Μπεκ, 1888· επίσης βλ. Μ. Η. Πανάς, Εγκόλπιον ημερολόγιον 1887, Αθήναι: Αθηναΐς, 1886: «Λουτρά τουρκικά, πλατεία Μητροπόλεως. Ή όπισθεν πλατείας Μητροπόλεως». Το Λουτρό το περιγράφει με λεπτομέρειες ο Δ. Γ. Καμπούρογλου στα Απομνημονεύματα μιας μακράς ζωής, 1852-1932 (Αθήναι: Εκδοτικός Οίκος Δημητράκου, 1934), σ. 49–50.

[9] Άρτεμις Σκουμπουρδή, Μοναστηράκι – Πλάκα. Οι γειτονιές των θεών, 2η έκδ., Αθήνα: Πατάκης, 2017.

[10] Κώστας Η. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ό αιώνα, Αθήνα: Μέλισσα, 2005· ο ίδιος, Τα Αττικά του Εβλιά Τσελεμπή. Αι Αθήναι και τα περίχωρα των κατά τον 17ον αιώνα, Αθήνα: [χ.ε.], 1959· Δ. Γ. Καμπούρογλου, Αι παλαιαί Αθήναι, Αθήνα: Βασιλείου, 1922.

[11] Στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών δεν σώζεται δυστυχώς καμία πληροφορία σχετικά με το σιντριβάνι.

[12] Τα ακόλουθα ιστορικά στοιχεία εντοπίστηκαν στα παρακάτω συμβόλαια: 7070/1924 και 9598/1925, αρχείο συμβολαιογράφου Νικολάου Γ. Αναστασάκη, το οποίο κατέχει σήμερα ο επίσης συμβολαιογράφος εγγονός του Νικόλαος Γ. Αναστασάκης· 11838/1896 του Πυθαγόρα Σφοίνη και 30170/1892 του Παναγιώτη Πέρδικα, Αρχειοφυλάκιο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου· 10498/1891 και 10499/1891 του συμβολαιογράφου Γεράσιμου Ζαβού στην Ερμούπολη Σύρου, που φυλάσσονται στα ΓΑΚ Σύρου. Στο ΕΛΙΑ βρίσκονται επικυρωμένα αντίγραφά τους από τον Ιανουάριο του 2020.

[13] Η διαθήκη του γράφτηκε το 1888.

[14] Ο μικρότερος γιος του ήταν τότε ανήλικος ακόμα.

[15] Το οίκημα αυτό επισκευάστηκε από τον ίδιο το 1835· εκεί έζησε σχεδόν αδιάκοπα μέχρι τον θάνατό του.

[16] Γιάννης Καιροφύλλας, Η Αθήνα της Μπελ Επόκ, Αθήνα: Φιλιππότης, 1983.

[17] Ιωάννης Δ. Κανδήλης, Η Αθήνα όπως την έζησα και την εγνώρισα, Αθήνα: Τάσος Πιτσιλός, 1987.

[18] Ιωάννης Δ. Κανδύλης, «Ένας περίπατος στην περιοχή του Μακρυγιάννη και στην παραδοσιακή Πλάκα των πρώτων χρόνων του αιώνα μας», Αθηναϊκά 81 (1985).

[19] Από τη γνωστή οικογένεια της Κεφαλονιάς.

[20] Ο Κώστας Καραδήμας, αρχιτέκτονας και καθηγητής ΕΜΠ, ανέλαβε την ανακαίνιση του κτηρίου το 1990.

[22] Δεν εξακριβώθηκε αν πρόκειται για τον Μαρτσέλο Μοδιάνο (1914–1995), μικρανεψιό του Σαούλ Μοδιάνο, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Ιταλικής Ομοσπονδίας Μικρών Επιχειρήσεων.

[23] Το 1964 ο οίκος ραπτικής βρίσκεται στην οδό Ιθάκης 73.

[24] Σε ορισμένους καταλόγους εμφανίζεται επίσης να διαμένει στον αριθμό 4.

[25] Πριν από το 1924 είχε τον αριθμό 6.

[26] Υπήρχαν απλά υπόγεια που ενισχύθηκαν δομικά και βαφτίστηκαν καταφύγια. Δεν είχαν σχέση με τα κανονικά καταφύγια εκ κατασκευής. Όσο πλησίαζε ο πόλεμος, όλα τα υπόγεια μετατράπηκαν σε καταφύγια.

[27] Μαρτυρία Μαριάννας Παγώνη.

[28] Οι προηγούμενοι ενοικιαστές, δηλαδή η οικογένεια Παγώνη, είχαν στο ίδιο σημείο το παιδικό δωμάτιο.

[29] Σήμερα λειτουργεί στου Ψυρρή.

[30] Οι πληροφορίες προέρχονται από την ιστοσελίδα της εταιρείας Commerce.

[32] Φίλος του Μάνου Χαριτάτου και του Δημήτρη Πόρτολου από το Κολλέγιο Αθηνών.

[33] Κώστας Καραδήμας, αρχιτέκτονας – καθηγητής ΕΜΠ.

[34] Παλιός φίλος των ιδρυτών του ΕΛΙΑ από το Κολλέγιο Αθηνών.

[36] Οι πληροφορίες για την αποκατάσταση του κτηρίου το 2015 προέρχονται από την κυρία Φαίη Τζανέτου, πολιτικό μηχανικό.

[37] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. ιστοσελίδα του ΕΛΙΑ: www.elia.org.gr.