—της Έρης Σταυροπούλου—

Κυρίες και κύριοι, επιτρέψτε μου να αρχίσω τη σύντομη ομιλία μου με μια ερώτηση: ποια μπορεί να είναι, κατά τη γνώμη σας, τα όνειρα των νέων, όταν αρχίζουν να σχεδιάζουν τις σπουδές τους και την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, δηλαδή την προσωπική τους πορεία στη ζωή; Μπορείτε να σκεφτείτε, ακόμη και από τη δική σας εμπειρία, μια σειρά από πιθανά σχέδια με βάση τις επιθυμίες σας. Ωστόσο δεν νομίζω ότι κάποιος από σας θα έπαιρνε ποτέ την απόφαση στα 20 του χρόνια να δημιουργήσει ένα ίδρυμα που θα συγκέντρωνε αρχειακό και έντυπο υλικό. Και μάλιστα το υλικό που θα συγκέντρωνε δεν θα το αξιοποιούσε για δικό του όφελος αλλά θα το παρείχε αφιλοκερδώς στους ερευνητές για το καλό της φιλολογικής και ιστορικής επιστήμης!

Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση των συμμαθητών και φίλων (από το 1955), Μάνου Χαριτάτου και Δημήτρη Πόρτολου, οι οποίοι, ένα βράδυ του Αυγούστου του 1964 σχεδίασαν όχι μόνο την ίδρυση του ΕΛΙΑ, όπως το ονειρεύονταν, αλλά και το όνομα και τον λογότυπό του. Η νεανική διάθεση, που εκδηλώνεται με ενθουσιασμό, ορμή, αλλεπάλληλα σχέδια και παθιασμένη επιμονή στο αντικείμενο της δουλειάς, είναι το πρώτο χαρακτηριστικό που δεν έλειψε ποτέ από το ΕΛΙΑ, ακόμη κι όταν παγιώθηκε ως θεσμός στην επιστημονική κοινότητα. [1].

Στο ερευνητικό και συλλεκτικό ενδιαφέρον των δύο φίλων αναμφισβήτητα συνέβαλε το σχολικό και το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον και των δύο με εναύσματα από στενούς συγγενείς που συγκέντρωναν βιβλία, αρχειακό υλικό, αρχαία νομίσματα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισαν να αναζητούν συστηματικά και να αγοράζουν αρχεία και έντυπα, συχνά κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εύρεση το 1968 στη βιβλιοθήκη Βερναρδάκη του σημαντικού αρχείου του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Αρκετό έντυπο και αρχειακό υλικό προήλθε επίσης από δωρεές, αρχικά συγγενικών προσώπων και φίλων, και κατόπιν πολλών κατόχων δημόσιων ή ιδιωτικών αρχείων. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από τα αρχεία και τα βιβλία, στις συλλογές του ΕΛΙΑ από πολύ νωρίς αποτέλεσαν ξεχωριστές ενότητες οι φωτογραφίες, οι χάρτες, οι παρτιτούρες, τα θεατρικά προγράμματα, τα κάθε λογής αντικείμενα οικιακής χρήσης ή διαφόρων επαγγελμάτων, αλλά και εφήμερο υλικό, όπως αφίσες, χάρτινα κουτιά, ετικέτες, εισιτήρια, μετοχές, λογαριασμοί και χαρτιά αλληλογραφίας. Αυτή η τεράστια ποικιλία συλλεκτικού υλικού διαχωρίζει το ΕΛΙΑ από άλλα ανάλογα δημόσια ή ιδιωτικά ιδρύματα που εξειδικεύονται στο είδος των συλλογών τους. Ειδικότερα για τα εφήμερα το ΕΛΙΑ υπήρξε ένας από τους πρώτους φορείς στην Ελλάδα που φρόντισε για τη διάσωση και τη αξιοποίησή τους.

Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε σταδιακά ένας κύκλος φίλων που βοηθούσε με ιδέες και προτάσεις την καλύτερη μελλοντική οργάνωση του ΕΛΙΑ. Με τον κίνδυνο να παραλείψω αρκετά ονόματα σημειώνω τους Οδυσσέα Δημητρακόπουλο, Μέμο Τσελίκα, Δημήτρη Δασκαλόπουλο, Κυριάκο Ντελόπουλο, Νάσο Βαγενά, τους φίλους του Πόρτολου μετέπειτα ιστορικούς: Γιάννη Κολιόπουλο, Νίκο Πετσάλη, Θάνο Βερέμη και Γιάννη Πικρό, τον Αντώνη Μωραΐτη, εμπνευσμένο ιδρυτή το 1972 της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τους Κωστή Σκαλιόρα, Αλέξη Δημαρά, τη Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, την Αικατερίνη Κουμαριανού, τον Ροζέ Μιλλιέξ, καθώς και τον Ευστάθιο Φινόπουλο από την Εταιρεία των Βιβλιοφίλων. Αρκετά από αυτά τα πρόσωπα περιλαμβάνονται στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρίας, που συγκροτήθηκε επίσημα σε μη κερδοσκοπικό σωματείο το 1980. [2]

Φτάνουμε στη Μεταπολίτευση του 1974, που έφερε μια μεγάλη αλλαγή στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ελευθερίας και το αναζωογονημένο ενδιαφέρον για άγνωστες πλευρές της λογοτεχνίας και της ιστορίας μας, το ΕΛΙΑ έκανε γνωστή την παρουσία του στο κοινό ως ιδιωτική συλλογή βιβλίων και εγγράφων με μια σειρά από διαφορετικούς τρόπους: εκθέσεις, επιστημονικές δημοσιεύσεις και εκδόσεις αρχειακού υλικού, φανερώνοντας έτσι την πολυμορφία των αναζητήσεων του, καθώς και το μεγάλο άνοιγμα στην επιστήμη, την τέχνη και την κοινωνία. Εκείνη την εποχή γνώρισα κι εγώ τον Μάνο Χαριτάτο κι άρχισα να παρακολουθώ συστηματικά και να συμμετέχω στις εκδηλώσεις του ΕΛΙΑ.

Για να φέρω μερικά παραδείγματα των δράσεων του ΕΛΙΑ, το 1975 συνέβαλε στην οργάνωση από την Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοφίλων των εκθέσεων «Ταξιδιώτες στην Ελλάδα από τον 15ο αι. ως το 1821» και «Απαρχές της Ελληνικής τυπογραφίας». Με την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας συνδιοργάνωσαν το 1978 την έκθεση «Σχολεία και μαθητές, 1830-1930», την επόμενη χρονιά «Σατιρικά έντυπα 1836-1936» και το 1980 «Δημοτικισμός – Η πορεία ενός αγώνα». Στα τέλη του 1979 οργανώθηκε η πρώτη έκθεση με αποκλειστικό φορέα το ΕΛΙΑ, με τίτλο: «Με το χαμόγελο στα χείλη: Η εύθυμη πλευρά του Αλβανικού έπους». Συνολικά από το 1975 ως και το 1983 το ΕΛΙΑ είχε οργανώσει ή είχε συμβάλει σε 21 εκθέσεις στην Ελλάδα, στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και στις Βρυξέλες. [3] Από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις των πρώτων ετών ήταν η έκθεση με τίτλο «Η Αθήνα στο γύρισμα του αιώνα», το 1985, στην οποία αξιοποιήθηκε ένα ποικίλο υλικό. Η έκθεση αυτή προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση, είχε τεράστια επισκεψιμότητα και έγινε προσπάθεια με τη συνεργασία του Δήμου Αθηναίων να αποκτήσει μόνιμη στέγη. Μεγάλο ενδιαφέρον προκάλεσε και η έκθεση «Έλληνες λογοτέχνες σε μετάφραση» (29.1.-15.2.1986) στο πλαίσιο της Αθήνας Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, η οποία στηρίχτηκε στο πλούσιο υλικό μεταφράσεων που είχε συγκεντρωθεί στο Αρχείο και οδήγησε στο βιβλίο μου Βιβλιογραφία μεταφράσεων νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα πολύ χρήσιμο οδηγό για το θέμα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μαζί με σύντομα δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά, άρχισαν από το 1976 οι εκδόσεις. στις ακόλουθες σειρές: «Μελέτη – Έρευνα» (όπου επισημαίνω τον τόμο Φώτα ολόφωτα. Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και στον κόσμο του, το 1981, πού άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την προοπτική των παπαδιαμαντικών μελετημάτων), «Βιβλιογραφία» «Λογοτεχνία», «Ελληνικά», «Νέα Ελληνική Κριτική», «Ιστορία», «Αφιερώματα περιοδικών» και τέλος «Τα Ελληνικά Περιοδικά», την φωτογραφική αναπαραγωγή των τευχών παλιών και βραχύβιων περιοδικών, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πάρα πολύ χρήσιμη συμβολή στο χώρο των γραμμάτων και της τέχνης. Είναι φανερό ότι συνολικά η εκδοτική παραγωγή του ΕΛΙΑ ήταν μια πρωτότυπη και τολμηρή επιστημονική πρόταση, ένα εγχείρημα αυστηρά επιστημονικό, ακριβό, που απευθυνόταν κατά βάση σε ειδικό κοινό.

Σ’ αυτές τις πρώτες δραστηριότητες του ΕΛΙΑ αναγνωρίζουμε τη χαρακτηριστική διττότητα του σωματείου, όπως το ότι απευθυνόταν τόσο σε επιστήμονες ερευνητές με τις περισσότερες εκδόσεις του όσο και στο ευρύ κοινό, κυρίως με τις εκθέσεις του, που οργανώθηκαν με εξαιρετική ποιότητα που θα ικανοποιούσε τους πρώτους αλλά και με απλότητα και έλλειψη σοβαροφάνειας ώστε να θέλγονται και οι δεύτεροι. Επειδή μάλιστα ορισμένες είχαν μεγάλη προβολή στον Τύπο, συνέβαλαν ουσιαστικά στην γνωριμία του κοινού με το έργο του ΕΛΙΑ, καθώς έδειξαν ότι μια επιστημονική εταιρία μπορούσε να παρουσιάσει κατανοητό και διασκεδαστικό έργο, προβάλλοντας «ως έργα τέχνης» υλικά στοιχεία της καθημερινότητας. [4]

Παράλληλα με τις πρώτες αυτές εκδηλώσεις ο Χαριτάτος ανέλαβε όχι μόνο την προεδρία της εταιρίας, αλλά και το ρόλο του προσώπου που θα αντιπροσωπεύει το ΕΛΙΑ, σε μια περίοδο που ακόμη άνθρωποι και θεσμοί μπορούσαν να ταυτιστούν. Σε αντίθεση με τα δημόσια Αρχεία και Βιβλιοθήκες αλλά και άλλα ανάλογα ιδρύματα, το ΕΛΙΑ συνδέθηκε απόλυτα με ένα πρόσωπο, που απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα, έτσι ώστε Μάνος Χαριτάτος και ΕΛΙΑ, να αποτελούν σχεδόν ταυτολογία. Ήταν, όπως και από την προσωπική μας γνωριμία μπορώ να βεβαιώσω, μία χαρισματική προσωπικότητα, παθιασμένος συλλέκτης, ενθουσιώδης, ακούραστος, με εκπληκτικό ένστικτο στην εύρεση σπάνιου υλικού, βιβλίων, περιοδικών, αρχείων, που πρόσφερε στη συνέχεια με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια στους μελετητές. Είχε μεγάλη διορατικότητα στην επιλογή θεμάτων είτε επρόκειτο για νέες εκδόσεις είτε για εκθέσεις, τις οποίες οργάνωνε με καλλιτεχνική έμπνευση. Επιπλέον ήταν ιδιαίτερα «σαγηνευτικός» στις διαπραγματεύσεις του για νέες προσκτήσεις, πείθοντας τους κατόχους τους για την ασφαλή φύλαξή τους αλλά και την αξιοποίησή τους. Ο Χαριτάτος αναφερόταν συχνά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, εξαίροντας τη σημασία της μεγάλης προσπάθειάς του να διασώσει αρχειακό υλικό και να οργανώσει τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, που είχαν ιδρυθεί με δική του προτροπή. Με τη σημερινή προοπτική μπορούμε πλέον να αποτιμήσουμε ανάλογα τη σημασία του συλλεκτικού αγώνα του Χαριτάτου.

Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή του από τον Ροζέ Μιλλιέξ, που υπήρξε από τους κύριους συμπαραστάτες στα πρώτα βήματα του ΕΛΙΑ στη δεκαετία του ’70. Θέλοντας να υποστηρίξει την αποστολή αρχειακού υλικού από την Κύπρο στο ΕΛΙΑ, ο Μιλλιέξ σε άρθρο του σε κυπριακή εφημερίδα με τίτλο «Μια σπηλιά του Αλή Μπαμπά στην Αθήνα. Το Ελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό αρχείο», έγραψε:

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι δικός μας. Ανήκει στον «Μπάρμπα – Σπύρο», τον πασίγνωστο και δημοφιλή ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου που, σαν του παρουσιάσαμε το νεαρό μας «ήρωα», το Μάνο Χαριτάτο, αναφώνησε: «Α, εσείς είσαστε που για το σπίτι σας ο Κωνσταντίνος Δημαράς κι ο Λίνος Πολίτης μιλάνε σα για τη Σπηλιά του Αλή – Μπαμπά με τους 40 κλέφτες;» Πρόκειται πραγματικά για μια σπηλιά γεμάτη πνευματικούς […] Θησαυρούς για την ιστορία, την κοινωνιολογία και τη λογοτεχνία του Νέου Ελληνισμού από το 1800 ίσαμε σήμερα. Καταπληκτική περίπτωση ενός μόνιμου πάθους που στα 18 του χρόνια ξύπνησε μέσα σ’ ένα νέο ελληνόπληκτο Αιγυπτιώτη [5].

Πολλοί από τους παλαιότερους ερευνητές πρωτογνώρισαν τα Αρχεία και τη Βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ σε μια σειρά από διαμερίσματα (έφτασαν τα 11) τα περισσότερα στην πολυκατοικία της οδού Ελλανίκου 38-40 στο Παγκράτι, που δεν βρίσκεται μακριά από εδώ που είμαστε τώρα. Παρά τη διάσπαση του υλικού υπήρχε απόλυτη τάξη και γρήγορη εξυπηρέτηση από τον Χαριτάτο, και από τους κυρίως εθελοντές συνεργάτες του. Ο δημόσιος χώρος του αρχείου ή της βιβλιοθήκης εναλλασσόταν με τον ιδιωτικό, καθώς μέρος των αρχείων φυλάσσονταν στο διαμέρισμα του Μάνου, δίνοντας έτσι μια αίσθηση οικειότητας και φιλικής συμμετοχής σε μια δημιουργική πορεία, που συνδύαζε το πάθος του ερασιτέχνη με την επαγγελματική σοβαρότητα. Ωστόσο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έγινε φανερό ότι εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης του υλικού όσο και των επισκεπτών, το ΕΛΙΑ χρειαζόταν μια μόνιμη στέγη.

Για το σκοπό αυτό μετά από πολλές και συντονισμένες προσπάθειες αγοράστηκε το 1986 το ακίνητο της οδού Αγίου Ανδρέου 5. Η ύπαρξη μόνιμης στέγης επέτρεψε να διοργανωθούν εκεί για ένα διάστημα προγράμματα για σχολεία, διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις, μια ακόμη δραστηριότητα του πολυδύναμου και πολυδιάστατου ΕΛΙΑ, παράλληλα με τα συνέδρια που οργάνωνε. Στο ΕΛΙΑ φιλοξενήθηκε επίσης το σημαντικό «Βιβλιολογικό Εργαστήρι» (1986), του Φίλιππου Ηλιού που είχε ως κύριο στόχο τη συγκρότηση της ελληνικής βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα.

Φίλιππος Ηλιού

Οι πρώτες δράσεις του ΕΛΙΑ ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80 διαμόρφωσαν την εικόνα του, ως ενός πρωτοποριακού, «ανοικτού» [6] αρχείου και βιβλιοθήκης, που φιλοδόξησε να μετεξελιχθεί σε ολοκληρωμένο πνευματικό κέντρο. Το κέντρο αυτό όχι μόνο θα διαφύλασσε και θα δημοσιοποιούσε τους πνευματικούς θησαυρούς του, αλλά και θα βοηθούσε νεότερους ερευνητές να ερευνήσουν, να μελετήσουν ακόμη και να εκδώσουν τις εργασίες τους. Γι’ αυτό και βραβεύτηκε, το Δεκέμβρη του 1984, από την Ακαδημία Αθηνών για τη μεγάλη συμβολή του στο χώρο των Γραμμάτων και Επιστημών. Τα στοιχεία που ξεχώρισαν το ΕΛΙΑ συγκριτικά με άλλα δημόσια ή ιδιωτικά αρχεία και βιβλιοθήκες και το ανήγαγαν στον «παράδεισο» των μελετητών, ήταν πρώτα ο πλούτος των εκθεμάτων του, αφού κατέχει —συγκριτικά με άλλους ομοειδείς φορείς— τον μεγαλύτερο αριθμό αρχείων ιστορικών προσώπων και προσώπων των γραμμάτων και τεχνών. Δεύτερον η ταχύτητα εξυπηρέτησης, η ταχύτητα πρόσβασης στο υλικό και η παντελής σχεδόν έλλειψη γραφειοκρατίας, η ελεύθερη πρόσβαση σε όλους χωρίς ιεράρχηση των ερευνητών, με παράλληλη καθοδήγηση και φροντίδα. Τέλος, η τεράστια ποικιλία υλικού που προσφέρεται για πρωτότυπους σχεδιασμούς άρθρων, βιβλίων, εκθέσεων, που άνοιξαν νέους ορίζοντες στη θεματική των ερευνών της νεοελληνικής πολιτιστικής ζωής. Για όλους αυτούς τους λόγους καθιερώθηκε από νωρίς ως ο κατεξοχήν οργανισμός αφενός για την εναπόθεση των προσωπικών αρχείων πολλών λογοτεχνών και για την προσφορά άλλου πολύτιμου υλικού από ιδιώτες και φορείς, και αφετέρου για να παρέχει υλικό σε ποικίλες εκδηλώσεις, π.χ. σε ντοκυμαντέρ, ή να οργανώνει και να συμμετέχει σε μεγάλες εκθέσεις, εκδόσεις, ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Στο καταστατικό της ίδρυσης του ΕΛΙΑ ο «εθνωφελής» σκοπός του προσδιοριζόταν ως «η συλλογή, ταξινόμηση, μελέτη και η έκδοση αρχειακού και έντυπου υλικού, για τη διάσωση της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς, και η προαγωγή της φιλολογικής επιστήμης και των ιστορικών σπουδών». Με τη συνολική δράση του, όπως ελπίζω ότι έδειξα προηγουμένως, το ΕΛΙΑ έδωσε ευρύτερες διαστάσεις στο νόημα της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς, χωρίς να αγνοεί ή να αποκλείει αλλά αντίθετα με το να προβάλλει την εγγραμματοσύνη αλλά και τη λαϊκότητα, την πνευματική δημιουργία αλλά και τα στοιχεία του υλικού πολιτισμού, τη βιομηχανία αλλά και την τέχνη, το υψηλό και το χαμηλό, και κυρίως το παρόν όχι αποκομμένο από το ένδοξο παρελθόν, αλλά σε θέση ισότιμης εξέλιξης. [7]

[1] Για την εργασία μου χρησιμοποίησα τα στοιχεία του ιστότοπου http://www.elia.org.gr/ και τις προσωπικές μου αναμνήσεις ως μέλους του ΕΛΙΑ Ευχαριστώ θερμά τον κ. Δημήτρη Πόρτολο για τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες του και την κ. Αργυρώ Αγγελοπούλου, υπεύθυνη του ΕΛΙΑ ΜΙΕΤ, που έθεσε στη διάθεσή μου πλούσιο υλικό από το αρχείο που αφορά το ΕΛΙΑ Πλούσιο σε πληροφορίες είναι και το άρθρο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, «Μάνος Χαριτάτος, ‘Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά’», The Athens Review of Books, τχ. 40 (Μάιος 2013) 31-33.

[2] Τα 26 ιδρυτικά μέλη ήταν: Κρίστα Ανεμούδη, Νάσος Βαγενάς, Θάνος Βερέμης, Περικλής Βουτιερίδης,  Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αλέξης Δημαράς, Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, Παύλος Ζάννας, Γιάννης Κολιόπουλος, Μαριάννα Κορομηλά, Αικατερίνη Κουμαριανού, Κυριάκος Ντελόπουλος, Κώστας Παΐζης, Σόφη Παπαγεωργίου, Μάνος Παυλίδης, Νίκος Πετσάλης, Δημήτρης Πόρτολος, Πέτρος Πρωτονοτάριος, Γιώργος Σαββίδης, Σπύρος Σαμοΐλης, Κωστής Σκαλιόρας, Θύμιος Σουλογιάννης, Μαρία Στασινοπούλου, Μέμος Τσελίκας, Μάνος Χαριτάτος

[3] Πληροφορίες από το φυλλάδιο Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984, σ.11-13.

[4]Δεν είχαν αυτό το χαρακτήρα όλες οι εκθέσεις, αλλά στις δραστηριότητες του ΕΛΙΑ προβλήθηκε ιδιαίτερα η μελέτη των υλικών συνθηκών της ζωής στο πλαίσιο της διερεύνησης της κουλτούρας.

[5] Εφ. Ο Ανεξάρτητος, 19.3.1979.

[6] Όπως αναγράφεται και στον ιστότοπο του ΕΛΙΑ, «σημαντικό μέρος των συλλογών του (100.000 τεκμήρια) έχει ψηφιοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κοινωνία της Πληροφορίας και είναι προσβάσιμο ηλεκτρονικά στον ιστότοπο του ΕΛΙΑ, στην Europeana και στο Open Archives. Το ψηφιακό απόθεμα που είναι διαθέσιμο στους ερευνητές μέσω του κόμβου του ΕΛΙΑ αυξάνεται και εμπλουτίζεται διαρκώς, ενώ στην ιστοσελίδα είναι προσβάσιμοι και ενημερώνονται ετησίως όλοι οι κατάλογοι των συλλογών».

[7] Raymond Williams, Κουλτούρα και ιστορία. Εισαγωγή – Μετάφραση Βενετία Αποστολίδου. Εκδόσεις «Γνώση» , σ. 308.

* * *

Η Έρη Σταυροπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 1/12/2019, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στην εκδήλωση με τίτλο «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», με αφορμή τα 10 χρόνια από την ενσωμάτωση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου  στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.