—του Δημήτρη Πόρτολου—

Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και δύσκολη βραδιά απόψε, αλλά θα προσπαθήσουμε να τη φέρουμε εις πέρας.

Η Έρη Σταυροπούλου προηγουμένως, η οποία έκανε μία πολύ ωραία αναδρομή από το ξεκίνημα του ΕΛΙΑ μέχρι σήμερα, διερωτήθηκε τι ήταν εκείνο που με συνέδεε με το Μάνο και περάσαμε πάνω από πενήντα χρόνια μαζί, προσηλωμένοι σ’ αυτό το έργο. Ας μη γελιόμαστε· δεν υπήρχαν όλα τα προγράμματα και όλα τα οράματα απ’ την αρχή, αλλά υπήρχαν ορισμένα σταθερά σημεία τα οποία μας κράτησαν μαζί και μας βοήθησαν να συνεργαστούμε και να προχωρήσουμε.

Εν μέρει η Έρη έθιξε ένα από αυτά: την εξωστρέφεια του συλλεκτικού πάθους που είχαμε και οι δύο σε επικίνδυνο βαθμό και γι’ αυτό έπρεπε κάπως να χαλιναγωγηθεί και να αποκτήσει και κάποιους στόχους. Πέραν αυτού του πάθους, που δεν σταμάτησε ως σήμερα, υπήρχε ένα άλλο στοιχείο: θα το αποκαλούσα επιγραμματικά «η σαγήνη του χαρτιού» — η μυρωδιά, η αφή του χαρτιού. Κι αυτό είναι ένα πράγμα που δεν ξέρω αν εξηγείται, πάντως το είχαμε και οι δύο. Και αυτό βεβαίως μας έφερνε πολύ κοντά σε οτιδήποτε χαρτώο, τυπωμένο, γραμμένο, λιθόγραφο.

Υπήρχε και ένα τρίτο στοιχείο το οποίο ήταν η σταθερή επιθυμία να δημιουργηθεί ένας τόπος έρευνας. Ακούσατε προηγουμένως για διάφορα διαμερίσματα. Οι ομιλητές ήταν ευγενικοί διότι δεν ήταν απλώς στα διαμερίσματα, ήταν κάτω από τα κρεβάτια, μέσα στις ντουλάπες, σε διάφορα σημεία. Και δεν ήταν μόνο η Ελλανίκου, ήταν και πολλά άλλα. Μια από τις κλασικές ερωτήσεις του Μάνου την εποχή εκείνη ήταν «Αν έχεις διόλου χώρο στο σπίτι τον θέλω», και τον χρησιμοποιούσε δεόντως.

Ξέχασα να σας πω ότι στη συνέχεια της ομιλίας μου θα αναφέρομαι στον Μάνο ως πρόεδρο. Ήταν το χαϊδευτικό και το ουσιαστικό όνομα με το οποίο η στενή παρέα τον αποκαλούσε. Και μάλιστα καμιά φορά για να τον πειράξω του έλεγα «Είσαι ο μακροβιότερος πρόεδρος μετά τον Φιντέλ Κάστρο».

Υπάρχει κι άλλο ένα στοιχείο: είχαμε κοινή επτανησιακή καταγωγή, αλλά αυτό έπαιξε μικρότερο ρόλο.

Λοιπόν ένα σημείο στο οποίο όλοι οι ομιλητές αναφέρθηκαν αλλά αξίζει να πούμε κάποια πράγματα παραπάνω, τα οποία δεν είναι τόσο γνωστά: Η απόκτηση των αρχείων ήταν μία σημαντική συνεχής —και αδυσώπητη, θα έλεγα— διαδικασία.

Ένας τρόπος απόκτησης αρχείων ήταν οι αγορές, οι οποίες είχαν ένα σοβαρό κόστος, που καταφέρναμε με διάφορους τρόπους και καλύπταμε. Ένας άλλος ήταν οι δωρεές. Βεβαίως δεν μας περίμεναν έξω από την πόρτα με δέματα με αρχεία. Οι δωρεές χρειάζονταν μεγάλη προσπάθεια και προεργασία. Αξίζει να κάνω μία μικρή παρένθεση και να δώσω ένα παράδειγμα μιας δωρεάς χαρακτηριστικής και ως προς το αντικείμενο και ως προς τη διαδικασία.

Υπήρχε το αρχείο της οικογένειας Κουρουσόπουλου. Τελευταίος Κουρουσόπουλος ήταν ο Θέμης Κουρουσόπουλος, πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας, με τον οποίο γνωριζόμασταν και κάθε φορά που συναντιόμασταν μιλούσε για το αρχείο και για το ότι πρέπει να καταλήξει στο ΕΛΙΑ. Αλλά δεν γινόταν καμία κίνηση σε αυτή την κατεύθυνση. Πέρναγαν τα χρόνια —πρέπει να πέρασαν πάνω από δέκα—, πέθανε ο Θέμης Κουρουσόπουλος κι ένα πρωί παίρνω ένα τηλεφώνημα ότι πλημμύρισε το διαμέρισμα και κινδυνεύει το αρχείο. Εντός ενός τετάρτου ήμασταν εκεί με τον Μάνο και τη μοτοσυκλέτα. Αφού επιπλήξαμε δεόντως την κυρία Κουρουσοπούλου, διασώσαμε το αρχείο το οποίο μάλιστα κάλυπτε τέσσερις γενιές Κουρουσόπουλων. Ξεκινούσε από την Επανάσταση του ’21 και έφτανε ως τον πρόεδρο που λέγαμε προηγουμένως. Μετά την επίπληξη, της είπαμε ότι επειδή κινδύνευε το αρχείο πιθανώς και από άλλα πράγματα, το παίρνουμε επί τόπου. Και φύγαμε με τη μοτοσυκλέτα με 3-4 κιβώτια χαρτιού. Υπήρχε και μονάδα μέτρησης αρχείων: ήταν οι κούτες ΝΟΥΝΟΥ, γιατί ήταν γερές, ξέραμε περίπου τι χωράνε, γι’ αυτό οι υπολογισμοί γίνονταν με κούτες ΝΟΥΝΟΥ. Αν δεν είχαμε ΝΟΥΝΟΥ παίρναμε κάποια άλλη κούτα. Λοιπόν φύγαμε με ένα μέρος του αρχείου, το καλύτερο, και μετά στείλαμε κι έναν μεταφορέα για μεταφέρει το υπόλοιπο, το οποίο, τελικά, με τη συμπαράσταση του εξ αριστερών μου καθημένου κου Ευάγγελου Βενιζέλου ως υπουργού —θα επανέλθω σ’ αυτό—, αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής έρευνας και έκδοσης.

Και υπήρχαν και τα αρχεία που βρίσκαμε τυχαία, ακούσατε πριν του Παπαδιαμάντη, και δεκάδες αρχεία που βρέθηκαν στην κυριολεξία στα σκουπίδια. Υπήρχε ένα δίκτυο θυρωρών και μικροπωλητών σε διάφορες γειτονιές, με τους οποίους ο Μάνος ήταν εξαιρετικά κοντά και τους χρησιμοποιούσε. Ειδοποιείτο η υπηρεσία περισυλλογής και τα αρχεία κατέληγαν στο ΕΛΙΑ.

Ένα άλλο σημείο που δεν έχει αναδειχθεί, γιατί ο κόσμος το θεωρεί ως δεδομένο, είναι η περίφημη στέγαση, η οποία ουσιαστικά μας έκανε Αρχείο. Καλά τα διαμερίσματα και οι διάφορες κρυψώνες, αλλά χρειαζόταν ένα κτήριο. Η όλη προσπάθεια κράτησε μία δεκαετία, 1980-1990. Έπρεπε να βρεθεί μία τοποθεσία, ένας χώρος, ένα μέγεθος και ένα κτήριο που θα μπορούσαμε να το αγοράσουμε. Έγιναν διάφορες προσπάθειες και τελικά βρέθηκε το κτήριο της αγίου Ανδρέου το οποίο ήταν εξαιρετικό, αλλά σας διαβεβαιώ ότι όταν έκλεινες την πόρτα η κατάσταση φαινόταν απελπιστική.

Συν τοις άλλοις ένα κομμάτι του κτηρίου είχε καεί και είχε μείνει έτσι όπως ήταν. Αλλά το κτήριο έμοιαζε καλό, έμοιαζε ενδιαφέρον, ήταν σε καλό σημείο της Αθήνας και αποφασίσαμε ουσιαστικά οι δυο μας να το πάρουμε.

Αυτό ήταν το εύκολο μέρος τελικά, γιατί μετά μπλέξαμε με το πολεοδομικό γραφείο της Πλάκας, αλλά ευτυχώς είχαμε την πάρα πολύ καλή τύχη να έχουμε μία καταπληκτική ομάδα αρχιτεκτόνων, μηχανικών και μηχανολόγων, ένας εκ των οποίων βρίσκεται σήμερα μαζί μας και χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό. Την ομάδα αποτελούσαν ο Κώστας Καραδήμας, σήμερα καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Μετσόβιο, ο Πάνος Ραυτόπουλος, ο Κρίτων Κωνσταντίνου, ο Ανδρέας Δεληβοριάς και ο Γιάννης Ασκητόπουλος που ήταν ηλεκτρολόγος μηχανολόγος.

Η δουλειά της επισκευής κράτησε δύο χρόνια και με τον Μάνο πηγαίναμε δύο με τρεις φορές την εβδομάδα να δούμε τι γίνεται, να παροτρύνουμε, τέλος πάντων να πάρουμε κουράγιο κι εμείς οι ίδιοι. Αυτό το κτήριο, πέραν του ότι εξυπηρέτησε κατά τρόπο καταπληκτικό πιστεύω τις ανάγκες του ΕΛΙΑ, αποτέλεσε κι ένα μικρό μνημείο της σχέσης και των κοινών στόχων που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Το κτήριο δεν ήθελε μόνο αποκατάσταση, έπρεπε και να σκεφθούμε διάφορους τρόπους, να επινοήσουμε πιθανώς ή να ακολουθήσουμε ορισμένες πρακτικές για να εξυπηρετεί τον σκοπό που επρόκειτο να επιτελέσει. Και έγιναν πολλά πρωτότυπα, θα έλεγα, πράγματα στην αποκατάσταση αυτού του κτηρίου.

Επίσης αξίζει να πούμε πώς χρηματοδοτήθηκε η επισκευή του κτηρίου: Με πρωτοπόρο και συνεχή υποστηρικτή μας τον Γιάννη Κωστόπουλο, ο οποίος ήταν διαρκώς παρών, και με δύο πολύ επιτυχημένους πλειστηριασμούς που απέφεραν ο πρώτος 28.000.000 δραχμές και ο δεύτερος 32.000.000, αποκαταστάθηκε και εξοπλίστηκε το κτήριο.

Το θέμα της στέγασης συνεχίστηκε με την ενοικίαση, επισκευή και εξοπλισμό του κτηρίου της Αγίου Ανδρέου 4. Αυτή τη φορά ο αυστηρός και λιγομίλητος Κωστής Δρακόπουλος και το Ιδρυμα Σταύρου Νιάρχου —το οποίο τότε ξεκινούσε το τεράστιο και σημαντικό έργο—, δέχτηκε μέσα σε λίγες ώρες όλα τα αιτήματα και τα προγράμματά μας. Και μέσα σε δεκαπέντε μέρες —πράγμα απίστευτο, όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα— υπήρχαν τα χρήματα στο λογαριασμό μας.  

Αυτά όχι για να περιγράψω απλώς, αλλά για να φανεί ότι σίγουρα δεν ήμασταν μόνοι, σίγουρα είχαμε μία πάρα πολύ σοβαρή υποστήριξη από ένα σημείο και μετά και οφείλουμε πάρα πολλά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Γιατί ήταν και πολλοί άλλοι, που είναι αδύνατον να τους αναφέρω ονομαστικά.

Μια άλλη πρωτοτυπία του ΕΛΙΑ ήταν από την αρχή η σοβαρή γυναικεία παρουσία. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στον πρόεδρο. Υπήρχαν εθελόντριες που πέρασαν χρόνια στο ΕΛΙΑ βοηθώντας, προσφέροντας και πιστεύω αισθανόμενες μία πολύ μεγάλη ικανοποίηση. Υπήρχαν βεβαίως και οι συνεργάτριες. Θα αναφερθώ ονομαστικά σε τρεις από τις συνεργάτριες.

Η μία είναι η Λύντια Τρίχα η οποία τα χρόνια που παρέμεινε στο ΕΛΙΑ, πέραν της δουλειάς που έκανε, επέβαλε μία τάξη και πειθαρχία που οι παλαιότεροι ακόμα θυμούνται. Να σας υπενθυμίσω ότι ήταν η εποχή της Θάτσερ.

Η Λύντια αξίζει να αναφερθεί και για έναν άλλο λόγο. Περίπου την εποχή που ήρθε στο ΕΛΙΑ αποκτήθηκε το αρχείο της οικογένειας Τρικούπη. Ήταν 40 κατάστιχα που είχαν επικολλημένα στις σελίδες τους περίπου 8.000 έγγραφα. Αφού αποκολλήθηκε το αρχείο και η σημασία του ήταν ορατή όχι διά γυμνού οφθαλμού αλλά εκ του μακρόθεν, η Λύντια ασχολήθηκε με αυτό, το αντιμετώπισε σαν να ήταν δικό της, το ταξινόμησε, έγραψε ορισμένα βιβλία για τα οποία χρησιμοποίησε το αρχείο και τελικά έγραψε και δύο καταπληκτικές ιστορικές βιογραφίες, μία του Χαρίλαου και μία του Σπυρίδωνα Τρικούπη, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Αυτό το λέω για να φανεί η αμεσότητα στη χρήση του υλικού.

Θέλω να αναφερθώ, γιατί μας συνδέει και μία πολύ στενή και ειδική σχέση, στη Χριστίνα Βάρδα, την οποία πήραμε με ελεύθερη μεταγραφή από τη Γεννάδειο. Τους περίσσευε λέει. Ευτυχώς. Και επί είκοσι χρόνια έκανε καταπληκτικές ταξινομήσεις και περιγραφές αρχείων, είχε συμβολή στην οργάνωση εκθέσεων και σε πλήθος δραστηριοτήτων. Ανεκτίμητη θα έλεγα η παρουσία και η συμβολή της. Εξακολουθεί και σήμερα να προσφέρει τις γνώσεις και τη δουλειά της και συνεχίζει απτόητη αυτό που ξέρει να κάνει τόσο καλά.

Η τρίτη κάθεται εδώ στην πρώτη γραμμή των θεατών, την ξέρω πριν να γίνει μωρό και είναι η Αλεξάνδρα Χαριτάτου. Ήταν παρά τω προέδρω και σε πολλά θέματα εξ απορρήτων, η άμεση εκτελέστρια, η δημιουργός διαφόρων ιδεών εκμετάλλευσης και παρουσίασης του υλικού. Δεν θέλω να πω παραπάνω γιατί βλέπω ότι συγκινείται.

Τη δουλειά των κυριών αυτών συνεχίζει σήμερα ένα πολύ αξιόλογο επιτελείο. Ακούστηκαν τα ονόματά τους και υπήρξε μία ή δύο μάλλον παραλείψεις. Η μία είναι η Ματθίλδη Πυρλή και ο άλλος είναι ο Γιώργος Κουμαρίδης. Επειδή βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη τον ξεχνάμε ενίοτε αλλά δεν πρέπει.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ είναι η συνεργασία με τα πανεπιστήμια και με το δημόσιο. Ακούσαμε αντιπροσώπους, ομότιμους, εν ενεργεία και ούτω καθεξής, αλλά αυτές οι σχέσεις ήταν κυρίως προσωπικές, ήταν το προσωπικό ενδιαφέρον, ήταν η γνωριμία για κάποιο λόγο. Το ίδιο και με δικούς μου φίλους, ας πούμε πιο κοντινούς φίλους —είχαμε αυτό το χωρισμό μεταξύ λογοτεχνικών και ιστορικών όπως είπε η Έρη προηγουμένως—, όπως είναι ο Γιάννης Κολιόπουλος απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Νίκος Πετσάλης, ο Θάνος Βερέμης. Μ’ αυτούς τους ανθρώπους εν μέρει μεγαλώσαμε μαζί, σπουδάσαμε μαζί και έτσι υπήρχε αυτή η σχέση που όμως δεν ήταν θεσμοθετημένη, τα δε πανεπιστήμια, πλην του Αριστοτελείου και του Παντείου, έδειξαν μάλλον αδιαφορία ως ιδρύματα για το ΕΛΙΑ. Οι σχέσεις ήταν κυρίως προσωπικές, ατομικές.

Θέλω να μιλήσω τώρα για το ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης το οποίο παρουσιάζεται ενίοτε ως παράρτημα του ΕΛΙΑ, ενώ δεν είναι. Είναι αυτοδύναμο και σχεδιάστηκε να είναι αυτοδύναμο. Εντάξει, υποστηρίχθηκε στην αρχή. Η στέγη του ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης οφείλεται στον τότε υπουργό Ευάγγελο Βενιζέλο ο οποίος παραχώρησε ένα καταπληκτικό κτήριο στην Άνω Πόλη, ένα αρχοντόσπιτο οθωμανικό. Και εκεί πρέπει να αναφέρω τη δράση της Μαργαρίτας Καλαφάτη, του Γιάννη Στεφανίδη και του Βαγγέλη Λιβιεράτου, ομότιμου καθηγητή του Πολυτεχνείου. Η εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη μας έφερε σε επαφή με την Εθνική Χαρτοθήκη και κάναμε ένα σωρό πράγματα μαζί, ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, ορισμένες από τις οποίες εγκαινίαζε ο κύριος Βενιζέλος.

Η παρουσία στη Θεσσαλονίκη, πέραν των εκδηλώσεων, αποτέλεσε πόλο έλξης για πάρα πολύ αρχειακό υλικό, το οποίο προερχόταν κυρίως απ’ την πόλη της Θεσσαλονίκης αλλά όχι μόνον, και το οποίον συνεχίζει να εισρέει.

Τελειώνω σχεδόν και έρχομαι στο θέμα που είναι η αφορμή της σημερινής εκδήλωσης: στην ενσωμάτωση. Την πρότεινε ο πρόεδρος της Τραπέζης, ο Τάκης Αράπογλου, στον Μάνο Χαριτάτο με τα εξής λόγια: «Βρε Μάνο, δεν έχετε πλέον κουραστεί να τρέχετε και να μην σταματάτε γι’ αυτό το πράγμα; Γιατί δεν κάνουμε κάτι να έρθει το ΕΛΙΑ στο ΜΙΕΤ;» Και έτσι ξεκίνησε αυτή η διαδικασία που κράτησε περίπου ενάμιση χρόνο. 

Είχε πολλούς πρακτικούς αλλά πιστεύω και ουσιαστικούς λόγους αυτή η συνένωση. Είναι αλληλοσυμπληρούμενοι οι δύο οργανισμοί, ο ένας ήξερε τον άλλον αρκετά. Πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα τρόπος να πάμε και πιο κοντά και πιο ουσιαστικά. Η κάθε συνένωση έχει δυσκολίες. Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι, συνήθειες και ούτω καθεξής, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει ένας κοινός στόχος και αυτό πρέπει να κοιτάξουμε.

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε μία πάρα πολύ καλή ευκαιρία: η συμμετοχή του ΜΙΕΤ —γιατί αυτό είναι το πραγματικό όνομα, το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ είναι μία παραχώρηση για να εξακολουθήσει να υπάρχει το ακρωνύμιο ΕΛΙΑ— στις επετειακές εκδηλώσεις για το ’21. Πιστεύω ότι το ΜΙΕΤ αυτή τη στιγμή έχει το περισσότερο και το σημαντικότερο υλικό και έχει και την τεχνογνωσία να παρουσιάσει πτυχές του ’21 τις οποίες χρειάζεται να μάθει η Ελλάδα μέσα από τα πραγματικά αρχεία της εποχής.

Ένα μικρό υστερόγραφο: είπα για το κτήριο του ΕΛΙΑ στη Θεσσαλονίκη. Δεν είπα ότι ακόμα σημαντικότερη ή εξίσου σημαντική ήταν η συνεργασία με τον υπουργό Πολιτισμού Ευάγγελο Βενιζέλο στο τρίτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης, από όπου μεταξύ άλλων χρηματοδοτήθηκε ένα καταπληκτικό πιλοτικό ερευνητικό έργο τριετίας με ένα σοβαρό ποσό.

Στην έρευνα αυτή μελετήθηκαν χιλιάδες αρχειακά τεκμήρια και το βιβλίο που τελικώς παρήχθη πιστεύω ότι είναι πρωτοποριακό. Δεν έτυχε της προσοχής που έπρεπε, αλλά παρουσίασε μία πτυχή του ΕΛΙΑ πολύ σημαντική: το ΕΛΙΑ διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή οικογενειακών αρχείων στην Ελλάδα. Και αυτό το 2005. Μέχρι σήμερα τα αρχεία ξεπερνούν τα 1400.

* * *

O Δημήτρης Πόρτολος είναι ιστορικός και συνιδρυτής του ΕΛΙΑ.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 1/12/2019, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στην εκδήλωση με τίτλο «Βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου», με αφορμή τα 10 χρόνια από την ενσωμάτωση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου  στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.